Τι δείχνουν τα νέα ευρωπαϊκά δεδομένα για τη στεγαστική ανασφάλεια στην ευρώπη - στην κορυφή η ελλάδα

Τι δείχνουν τα νέα ευρωπαϊκά δεδομένα για τη στεγαστική ανασφάλεια στην ευρώπη - στην κορυφή η ελλάδα

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Τα νοικοκυριά σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) παραμένουν υπό οικονομική πίεση που με τη σειρά της εντείνει τη στεγαστική ανασφάλεια, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή της κατάταξης.

Tην τελευταία δεκαπενταετία, οι μέσες τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 55,4% και τα μέσα ενοίκια κατά 26,7%

Ειδικότερα, σχεδόν τρεις στους δέκα ενοικιαστές στη χώρα μας δηλώνουν ότι είναι πιθανό να αναγκαστούν να φύγουν από το σπίτι τους μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, επειδή δεν θα μπορούν να το πληρώσουν, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 12,4%. Τα χαμηλότερα ποσοστά ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν η Αυστρία (1,9%), η Μάλτα (4,4%) και η Γερμανία (5%).

Σύμφωνα με την έκθεση του Eurofound για το 2025, η οικονομική δυσχέρεια δεν χαρακτηρίζει πλέον μόνο τα χαμηλά εισοδήματα – όπου έφτασε το 61% -, αλλά έχει αγγίξει για τα καλά και τη μεσαία τάξη, όπου μεταξύ 2020 και 2025 η πίεση αυξήθηκε από 21% σε 30%.

Σημαντικό στοιχείο είναι αυτό για τις αποταμιεύσεις, καθώς περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες (53%) δηλώνουν είτε ότι δεν έχουν καθόλου χρήματα στην άκρη είτε ότι όσα διαθέτουν επαρκούν για να καλύψουν λιγότερο από τρεις μήνες δαπανών.

Η στεγαστική ανασφάλεια – που ορίζεται ως η πιθανότητα να αναγκαστεί κάποιος να εγκαταλείψει το σπίτι του τους επόμενους μήνες λόγω οικονομικής δυσχέρειας – έχει αυξηθεί από το 2020. Η άνοδος είναι πιο έντονη μεταξύ ενοικιαστών και νοικοκυριών χαμηλών εισοδημάτων. Το 2025, το 12,4% των μη ιδιοκτητών ανέφερε ανησυχίες για το ότι θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την κατοικία του μέσα σε τρεις μήνες λόγω οικονομικών πιέσεων.

Η βραχυπρόθεσμη ανασφάλεια είναι επίσης εμφανής. Το 2025, το 18% των ερωτηθέντων ανέφερε πρόσφατες ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφελείας και το 20% αναμενόταν να αντιμετωπίσει τέτοιες δυσκολίες τους επόμενους τρεις μήνες (από 15% και 18% το 2024, αντιστοίχως). Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές είναι πιο συνηθισμένες μεταξύ νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος, πολυμελών και μονογονεϊκών.

Μεταξύ 2000 και 2025 υπήρξε μεν σύγκλιση μεταξύ υψηλότερου και κατώτατου μισθού στην ΕΕ, αλλά η αγοραστική δύναμη δεν ακολούθησε την ίδια πορεία. Ειδικά, την τελευταία δεκαπενταετία, οι μέσες τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 55,4% και τα μέσα ενοίκια κατά 26,7%. Σε αρκετά κράτη μέλη οι τιμές έχουν υπερτριπλασιαστεί, ενώ και εντός των χωρών οι αυξήσεις στα αστικά κέντρα – εκεί όπου συγκεντρώνεται η απασχόληση και κυρίως οι νέοι εργαζόμενοι – έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τις μέσες τάσεις.

Στην έκθεση του Eurofound τονίζεται ότι η προσιτότητα της στέγης δεν αφορά μόνο το επίπεδο των δαπανών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το κόστος αλληλεπιδρά με τους πόρους του νοικοκυριού. Όταν το κόστος στέγασης αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα, τα νοικοκυριά με περιορισμένες αποταμιεύσεις αντιμετωπίζουν περιορισμούς που μπορούν να οδηγήσουν σε καθυστέρηση καταβολής ενοικίου ή κοινοχρήστων, σε αυξημένο κίνδυνο αναγκαστικής μετακόμισης και σε συμβιβασμούς που επηρεάζουν το βιοτικό επίπεδο και την ευημερία.

Η διακύμανση μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ στη στεγαστική ανασφάλεια είναι επίσης μεγάλη, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή (29,2%), ακολουθούμενη από τη Σλοβακία (21,8%), τη Λετονία (21,2%) και τη Βουλγαρία (20,8%). Στον αντίποδα, με τα χαμηλότερα ποσοστά βρίσκονται η Αυστρία (στο 1,9%) και αρκετά πιο πάνω η Μάλτα (4,4%) και η Γερμανία (5%).