Οι δύο πραγματικότητες της ελληνικής βιομηχανίας
Το πακέτο των 95 εκατ. ευρώ για το ενεργειακό κόστος, το οποίο εξήγγειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, έδωσε μια πρώτη ανάσα στη βιομηχανία, δεν έκλεισε όμως το ρήγμα που εμφανίστηκε στους κόλπους της.
Η σύγκρουση άρχισε μετά την προειδοποίηση ότι περισσότερες από 700 ενεργοβόρες μονάδες εισέρχονται απροστάτευτες στον χειμώνα
Πίσω από τις ανακοινώσεις βρίσκεται μια σιωπηρή μάχη επιρροής για το ποιος εκφράζει την παραγωγική οικονομία, ποιος συνομιλεί αποτελεσματικότερα με την κυβέρνηση και ποια προβλήματα προηγούνται, η επιβίωση των επιχειρήσεων σήμερα ή η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου αύριο.
Η σύγκρουση άρχισε όταν 16 περιφερειακοί, εξαγωγικοί και κλαδικοί φορείς, με κεντρικό ρόλο του ΣΒΕ και της προέδρου του Λουκίας Σαράντη, προειδοποίησαν ότι περισσότερες από 700 ενεργοβόρες μονάδες εισέρχονται απροστάτευτες στον χειμώνα. Ζήτησαν άμεση ενεργοποίηση των CISAF και METSAF, τριετή προστασία και ίσους όρους απέναντι στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες που ήδη επιδοτούνται από τις κυβερνήσεις τους.
Οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι το ενεργειακό κόστος απειλεί την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής, αλλά έχουν διαφορετική προσέγγιση ως προς το μέγεθος του κινδύνου, τις αντοχές που έχουν οι επιχειρήσεις και το είδος της απάντησης που απαιτείται για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους.
Για τον ΣΒΕ και τους φορείς που συντάχθηκαν μαζί του, το πρόβλημα έχει ήδη μετατραπεί σε ζήτημα επιβίωσης, κυρίως για τις μικρότερες και περιφερειακές βιομηχανίες. Για τον ΣΕΒ, η άμεση ενίσχυση είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη πολιτική επενδύσεων, παραγωγικότητας και μόνιμης μείωσης του κόστους.
Ο ΣΒΕ και οι φορείς της Περιφέρειας επέλεξαν τη δημόσια αντιπαράθεση, μεταφέροντας στην κυβέρνηση προειδοποιήσεις για περιορισμό παραγωγής, λουκέτα ή μεταφορά δραστηριοτήτων σε γειτονικές χώρες. Η δική τους εικόνα προέρχεται κυρίως από μικρότερες επιχειρήσεις, χωρίς μεγάλα ταμειακά αποθέματα, δυνατότητα αντιστάθμισης κινδύνου ή εύκολη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Ο ΣΕΒ ακολούθησε τον θεσμικό δρόμο της απευθείας διαπραγμάτευσης. Την 1η Οκτωβρίου η διοίκησή του συναντήθηκε χωριστά με την ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και πέντε ημέρες αργότερα ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε το πακέτο από το βήμα της γενικής συνέλευσής του. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος εξέφρασε αμέσως ικανοποίηση, υπογραμμίζοντας ότι καλύπτεται σχεδόν ολόκληρη η βιομηχανία, ανεξαρτήτως μεγέθους.
Για την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου θα ενισχυθούν επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση CO2, ενώ από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο θα ενταχθούν και όσες ήδη αποζημιώνονται. Η μείωση μπορεί να φτάσει το 70%, με κατώτατη τιμή τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αλλά για τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν αντιστάθμιση η επιλέξιμη κατανάλωση περιορίζεται στο 25%. Τα διυλιστήρια εξαιρούνται και οι πληρωμές θα ξεκινήσουν το 2027.
Πίσω από τη διαφωνία βρίσκεται, τελικά, το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής βιομηχανίας. Παράγει άμεσα το 13,1% του ΑΕΠ και πραγματοποιεί το 42% των επιχειρηματικών επενδύσεων, αλλά η παραγωγικότητά της βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο είναι 94.000 ευρώ, έναντι 217.000 ευρώ στην Ευρώπη, ενώ η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε τον Ιούλιο κατά 1,2%.
