Τι προβλέπεται για την καταβολή του επιδόματος αδείας
Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τις καλοκαιρινές άδειες των εργαζομένων με τη νομοθεσία να προβλέπει ότι το επίδομα αδείας πρέπει να καταβάλλεται από τον εργοδότη πριν από την έναρξη της άδειας.
Το ύψος του επιδόματος αδείας υπολογίζεται με βάση τον χρόνο εργασίας και τις τακτικές αποδοχές του εργαζομένου
Μαζί με το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται και οι αποδοχές του εκάστοτε εργαζομένου, ενώ σημειώνεται ότι τα ποσά αυτά δεν μπορούν να συμψηφιστούν με τυχόν υψηλότερες αποδοχές που καταβάλλει η επιχείρηση.
Σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τόσο τις αποδοχές όσο και το επίδομα αδείας κατά την έναρξη της ετήσιας άδειας του εργαζομένου.
Εάν δεν χορηγήσει την άδεια που έχει ζητήσει ο εργαζόμενος, υποχρεούται να καταβάλει τις αποδοχές της άδειας με προσαύξηση 100%.
Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της άδειας ο εργαζόμενος δικαιούται να λαμβάνει τις συνήθεις αποδοχές του, δηλαδή τις αποδοχές που θα εισέπραττε εάν εργαζόταν κανονικά. Το ύψος του επιδόματος αδείας υπολογίζεται με βάση τον χρόνο εργασίας και τις τακτικές αποδοχές του εργαζομένου.
Στην πράξη, ο εργαζόμενος που αμείβεται με μηνιαίο μισθό δικαιούται επίδομα ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, ενώ όσοι αμείβονται με ημερομίσθιο δικαιούνται έως 15 ημερομίσθια. Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τους εργοδότες σχετικά με τη χορήγηση της ετήσιας άδειας.
Ο εργαζόμενος δικαιούται ετήσια άδεια με αποδοχές, η οποία χορηγείται σε συνεννόηση με τον εργοδότη.
Ο εργοδότης οφείλει να χορηγήσει την άδεια μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Τουλάχιστον οι μισοί εργαζόμενοι κάθε επιχείρησης πρέπει να λάβουν την καλοκαιρινή τους άδεια στο διάστημα από την 1η Μαΐου έως και τις 30 Σεπτεμβρίου.
