Μία αγορά εργασίας που απαιτεί τα πάντα, αλλά προσφέρει ψίχουλα: η αλήθεια πίσω από την «απρόθυμη» gen z
Σύμφωνα με άρθρο του Ζαν Πραλόνγκ, Καθηγητή Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού στο The Conversation, το 57% των επιχειρηματικών ηγετών τους θεωρεί λιγότερο αφοσιωμένους· το 77% τους θεωρεί λιγότερο πρόθυμους να απαντήσουν στο τηλέφωνο εκτός ωραρίου εργασίας ή να κάνουν υπερωρίες χωρίς αμοιβή (!).
Αν ψάξει κανείς μπορείς εύκολα να βρει αρκετές έρευνες από δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια πριν που λένε την ίδια ιστορία, με ελάχιστες μόνο διαφοροποιήσεις, σύμφωνα με τον Πραλόνγκ.
Γιατί αυτή η επιμονή στα στερεότυπα, όταν το 84% των νέων δηλώνει ότι απολαμβάνει τη δουλειά του ή όταν το 73% δέχεται καθήκοντα εκτός της περιγραφής της θέσης εργασίας του;
Μια ένδειξη: το 58% των εργοδοτών παραδέχεται ότι δεν προσφέρει ελκυστικούς μισθούς, και το 80% αναγνωρίζει ότι αυτός είναι ο λόγος για τις δυσκολίες πρόσληψης.
Αν και τα νεαρά άτομα είναι περιζήτητα παντού, τελικά δεν προσλαμβάνονται πουθενά.
Οι γεμάτοι εμπόδια δρόμοι τους προς την ένταξη είναι συμπτωματικοί ενός συστήματος που, ενώ υμνεί τη νεολαία, την κρατά σε κατάσταση επισφάλειας.
Σύμφωνα με το Céreq (γαλλικό Κέντρο Μελετών και Ερευνών για τα Προσόντα), το 23% των κατόχων επαγγελματικού πιστοποιητικού είναι άνεργοι ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή τους από το εκπαιδευτικό σύστημα.
Ένας στους τρεις νέους (κάτω των 26 ετών) στη Γαλλία βίωσε μια περίοδο ανεργίας που διήρκεσε περισσότερο από έξι μήνες κατά τα τρία έτη που ακολούθησαν την ολοκλήρωση των σπουδών του.
Η νεότητα δεν αποτελεί το ίδιο το πρόβλημα, αλλά μάλλον ένα σύμπτωμα μιας κατακερματισμένης αγοράς εργασίας, όπου οι κοινωνικές ανισότητες έχουν μεγαλύτερο βάρος από τα προσόντα.
Ο αργός ρυθμός επαγγελματικής ένταξης οφείλεται λιγότερο στους ίδιους τους νέους και περισσότερο στα στερεότυπα που τους αποδίδονται.
