Μια «βιτρίνα» ανάπτυξης - το μοντέλο που παράγει αριθμούς και εξαντλεί την αγοραστική δύναμη

Μια «βιτρίνα» ανάπτυξης - το μοντέλο που παράγει αριθμούς και εξαντλεί την αγοραστική δύναμη

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας, όπως αποτυπώνεται στους επίσημους μακροοικονομικούς δείκτες, εκπέμπει μια αίσθηση σταθεροποίησης και δυναμικής επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Η μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και οι θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης παρουσιάζονται συχνά ως αποδείξεις ενός επιτυχημένου οικονομικού μετασχηματισμού. Ωστόσο, η ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ) για το 2026 έρχεται να ανατρέψει αυτή την αισιόδοξη αφήγηση.

Παρά τη μείωση του χρέους και την ανάπτυξη, η έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ υπογραμμίζει πως η αγοραστική δύναμη παραμένει καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με την Ευρώπη

Η κεντρική αντίφαση της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας εντοπίζεται στο χάσμα μεταξύ της ονομαστικής μεγέθυνσης και της πραγματικής οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2025 στα 19.400 ευρώ, την ίδια στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών-μελών διαμορφώθηκε στα 34.110 ευρώ.

Η απόσταση αυτή είναι χαοτική. Ακόμη πιο ανησυχητική, όμως, είναι η αποτύπωση σε όρους Μονάδων Αγοραστικής Δύναμης (PPS), δείκτης που αντανακλά το πραγματικό βιοτικό επίπεδο λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των τιμών. Η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, καταγράφοντας μια οριακή και ουσιαστικά ασήμαντη βελτίωση από το 66% του 2019.

Το εύρημα αυτό αποδεικνύει ότι η παραγόμενη μεγέθυνση δεν διαχέεται στην κοινωνική βάση. Η χώρα παραμένει καθηλωμένη στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης όσον αφορά την αγοραστική δύναμη, καθώς το κύμα της ακρίβειας και ο δομικός πληθωρισμός των τελευταίων ετών έχουν εξανεμίσει τα όποια ονομαστικά κέρδη. Το οικονομικό μοντέλο παράγει, λοιπόν, αριθμούς που ευημερούν στους ισολογισμούς, αλλά αποτυγχάνει να προσφέρει στους πολίτες τους όρους για μια πραγματική οικονομική σύγκλιση με τους εταίρους μας.

Η έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ αναδεικνύει τη στρεβλή αρχιτεκτονική της εγχώριας ζήτησης. Ένα υγιές και βιώσιμο οικονομικό μοντέλο οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στην κατανάλωση, τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου και τις εξαγωγές. Στην ελληνική περίπτωση, η μεγέθυνση συνεχίζει να τροφοδοτείται υπέρμετρα από την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία το 2025 αντιπροσώπευε το 67,8% του ΑΕΠ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ-27 ήταν μόλις 51,2%.

Μια από τις πιο ισχυρές άμυνες των υποστηρικτών του υφιστάμενου μοντέλου είναι η αύξηση των επενδύσεων. Πράγματι, η έκθεση καταγράφει ότι το επενδυτικό μερίδιο αυξήθηκε στο 16,9% του ΑΕΠ το 2025, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο από το ιστορικά χαμηλό 11% του 2019. Ωστόσο, η ποιοτική ανάλυση αυτών των επενδύσεων αποκαλύπτει μια εξαιρετικά προβληματική πραγματικότητα. Το επενδυτικό κενό σε σχέση με την ΕΕ (όπου ο μέσος όρος βρίσκεται στο 21,3%) παραμένει μεγάλο, αλλά το κυριότερο πρόβλημα είναι η κατεύθυνση των κεφαλαίων.

Αντί τα κεφάλαια να ρέουν προς τη βιομηχανία, τη μεταποίηση και τις τεχνολογίες αιχμής που θα θωρακίσουν την οικονομία για το μέλλον, κατευθύνονται μαζικά σε δραστηριότητες χαμηλής πολλαπλασιαστικής ισχύος. Το μερίδιο των κατοικιών και του Real Estate στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου εκτινάχθηκε από το 7,4% το 2019 στο εντυπωσιακό 18,2% το 2025. Στον αντίποδα, οι επενδύσεις σε εξοπλισμό τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνιών υποχώρησαν από το 9,6% στο 7,7%, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειώθηκαν από το 27,4% στο 23,8%.

Η οικονομία, δηλαδή, στρέφεται ξανά σε μια μονομερή και ευάλωτη δραστηριότητα, αυτή των ακινήτων και των κατασκευών, θυμίζοντας τις στρεβλώσεις του παρελθόντος. Το Real Estate και ο τουρισμός μπορούν να προσφέρουν γρήγορα έσοδα και εντυπωσιακούς αριθμούς στα στατιστικά, αλλά δεν συνιστούν βιώσιμο παραγωγικό μετασχηματισμό.

Αυτή η έλλειψη παραγωγικής βάσης μεταφράζεται άμεσα σε αδυναμία της χώρας να περιορίσει την εισαγωγική της εξάρτηση. Οι καθαρές εξαγωγές της Ελλάδας επιδεινώθηκαν δραματικά, υποχωρώντας από το -1,5% του ΑΕΠ το 2019 στο -4,5% το 2025. Την ίδια στιγμή, η ΕΕ-27 παρουσιάζει πλεονασματικό εξωτερικό ισοζύγιο στο 3,8% του ΑΕΠ.