Γιατί η δημοσιονομική κρίση των ηπα αποτελεί ευκαιρία για την ευρώπη;

Γιατί η δημοσιονομική κρίση των ηπα αποτελεί ευκαιρία για την ευρώπη;

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Όπως λέγεται συχνά, ακόμα και τα καλά πράγματα μπορούν να γίνουν υπερβολικά. Στις ΗΠΑ, τα δημοσιονομικά ελλείμματα έχουν αντισταθμίσει δυναμικά τις αρνητικές διαταραχές (την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την πανδημία) και έχουν ενισχύσει τις επενδύσεις στον βιομηχανικό μετασχηματισμό, ενώ στην Ευρώπη, η προσήλωση στη δημοσιονομική ορθοδοξία, αν και επέτρεψε σε κάποιο βαθμό την απορρόφηση των κραδασμών, κατέστησε τη δημοσιονομική πολιτική πιο περιοριστική και, κυρίως, εμπόδισε μια δυναμική επέκταση των δημόσιων επενδύσεων που θα ανταποκρινόταν στις δηλωμένες πολιτικές φιλοδοξίες.

Τουλάχιστον ένα μέρος τού τόσο κατακριτέου χάσματος μεταξύ των οικονομικών επιδόσεων των ΗΠΑ και της ΕΕ δεν αντανακλά διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως συνήθως υποστηρίζεται, αλλά μάλλον μια πολύ πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Όμως, η Αμερική έχει σαφώς πάρει πάρα πολύ από το καλό.

Το πρόβλημα δεν είναι οι μεγάλες διακυμάνσεις προς το έλλειμμα, εξηγεί ο Άντριου Γουάτ, γενικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου, στο Social Europe – εδώ η ΕΕ θα έπρεπε να πάρει παράδειγμα από τις ΗΠΑ – αλλά η επίμονη αδυναμία να ανασυγκροτηθεί η δημοσιονομική ισχύς σε περιόδους ευημερίας.

Είναι εντυπωσιακό ότι, από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, οι ΗΠΑ δεν έχουν εκπληρώσει ούτε μία φορά το κριτήριο του 3% για το έλλειμμα που ισχύει στην Ευρώπη. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα τα τελευταία τρία χρόνια, όταν οι ΗΠΑ παρουσίασαν ελλείμματα στο ίδιο επίπεδο με αυτό της ΕΕ στο αποκορύφωμα της κρίσης της, παρά την αρκετά δυναμική ανάκαμψη και την σχεδόν πλήρη απασχόληση.

Δεν είναι μόνο τα επίμονα ελλείμματα που έχουν οδηγήσει στην πρόσφατη απότομη άνοδο των επιτοκίων· οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων του δημοσίου διάρκειας 10 και 30 ετών, που είναι καθοριστικές και για το κόστος δανεισμού του ιδιωτικού τομέα, έχουν φτάσει περίπου στο 4,7% και στο 5,2% αντίστοιχα.

Το πρόβλημα είναι ότι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούν το σημαντικότερο χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο στον κόσμο, το θεμέλιο του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος. Η αγορά δεν θα οδηγηθεί απαραίτητα σε κρίση. Ωστόσο, οι πρόσφατες παρεμβάσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να υπογραμμίσουν την ευπάθεια, αντί να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη.

Κοιτώντας μπροστά, είναι πιθανός ένας συνδυασμός απότομης ανατίμησης του ευρώ, περαιτέρω πτώσης της ζήτησης εισαγωγών στις ΗΠΑ και/ή αντίδρασης των πληθωριστικών πιέσεων, ανάλογα με τις εξελίξεις και τις αποφάσεις που λαμβάνονται εκεί, στις οποίες – και αυτό είναι το βασικό σημείο – η Ευρώπη ουσιαστικά δεν έχει καμία επιρροή.

Οι συνέπειες της δημοσιονομικής ανευθυνότητας των ΗΠΑ κινδυνεύουν να μετακυληθούν στους δημοσιονομικά συνετούς Ευρωπαίους, όπως συνέβη με την κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου. Οι ΗΠΑ παίρνουν την ώθηση. Η Ευρώπη δέχεται το πλήγμα. Τώρα είναι η ώρα για αντίμετρα.

Μια απειλή μπορεί συχνά να αποδειχθεί ευλογία. Πράγματι, η αυξανόμενη πίεση στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό πλαίσιο που έχει ως επίκεντρο το δολάριο γενικά, και στην αγορά ομολόγων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ειδικότερα, αποτελεί μια τεράστια ευκαιρία που η Ευρώπη πρέπει να αξιοποιήσει. Ποτέ δεν υπήρξαν πιο ευνοϊκές συνθήκες για την Ευρώπη να δημιουργήσει μια αγορά για το χρέος της ΕΕ.

Το νέο στοιχείο είναι το διεθνές πλαίσιο. Το σύστημα του δολαρίου έχει εμφανώς αποδυναμωθεί. Οι διεθνείς επενδυτές είναι ανήσυχοι. Η Κίνα έχει ήδη διαφοροποιήσει σημαντικά τα χαρτοφυλάκιά της από το δολάριο. Πολλές χώρες, με πρώτη και κύρια την Ιαπωνία, θα επιθυμούσαν διακαώς να μειώσουν την ευπάθεια που απορρέει από τις τεράστιες τοποθετήσεις σε αμερικανικά χρεόγραφα. Αντιμέτωποι με την κυβέρνηση Τραμπ, οι επενδυτές εκτός ευρωζώνης, κοντά και μακριά, θα είναι πρόθυμοι να κατέχουν ομόλογα της ΕΕ: τίτλους που εκδίδονται από έναν φορέα ο οποίος φημίζεται, αν μη τι άλλο, για τη σταθερότητά του και ο οποίος προσπαθεί, όσο καλύτερα είναι δυνατόν επί του παρόντος, να διατηρήσει τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου.