Γιατί τα ζευγάρια μένουν παντρεμένα ενώ ξέρουν ότι ο γάμος τελείωσε
Οι οικονομικές πιέσεις, οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο αλλά και η μεταβολή των κοινωνικών αντιλήψεων φαίνεται να συνδέονται με μια αξιοσημείωτη εξέλιξη: οι γάμοι που καταλήγουν σε διαζύγιο διαρκούν πλέον περισσότερο.
Τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η απόφαση για το τέλος ενός γάμου συχνά δεν λαμβάνεται άμεσα, ακόμη και όταν ένα ζευγάρι έχει ήδη διαπιστώσει ότι η σχέση του δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Η ιστορία που μοιράστηκε η Σίλια με τον Guardian, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η ίδια χρειάστηκε δύο χρόνια από τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι ο 12ετής γάμος της δεν οδηγούσε πουθενά μέχρι να ξεκινήσει τη διαδικασία του διαζυγίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Βρετανίας (ONS), η μέση διάρκεια ενός γάμου πριν από το διαζύγιο έφτασε τα 13 χρόνια στην Αγγλία και την Ουαλία το 2025. Πρόκειται για αύξηση σε σχέση με τα 12,7 χρόνια το 2023 και σημαντική διαφορά από τα 8,9 χρόνια που καταγράφονταν το 1985.
Παράλληλα, έχει μειωθεί αισθητά το ποσοστό των ζευγαριών που χωρίζουν κατά την πρώτη δεκαετία του γάμου. Από τα ζευγάρια που παντρεύτηκαν το 2015, εκτιμάται ότι το 16,3% είχε χωρίσει μέχρι τη συμπλήρωση δέκα ετών. Για όσους παντρεύτηκαν το 1995, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 24,7%.
Τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν από μόνα τους γιατί συμβαίνει αυτή η αλλαγή. Ωστόσο, οι ειδικοί εξετάζουν μια σειρά από οικονομικούς, κοινωνικούς και νομικούς παράγοντες που ενδέχεται να εξηγούν την τάση.
Ένας από τους βασικούς παράγοντες είναι το οικονομικό κόστος της δημιουργίας δύο ξεχωριστών νοικοκυριών.
Όπως επισημαίνει η καθηγήτρια Έμμα Χίτσινγκς από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ, το διαζύγιο μπορεί να έχει γίνει νομικά ευκολότερο, όμως ο διαχωρισμός ενός νοικοκυριού σε δύο παραμένει δύσκολος.
Η αύξηση του κόστους ζωής, τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, οι φορολογικές επιβαρύνσεις, τα έξοδα φροντίδας των παιδιών και τα σχολικά δίδακτρα δημιουργούν ένα σύνθετο οικονομικό περιβάλλον για όσους σκέφτονται να χωρίσουν.
