«ηλεκτροσόκ» σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις - κραυγή αγωνίας από την αγορά και «λουκέτα»
Σε μια περίοδο που η κυβέρνηση διακηρύσσει την ανάγκη για παραγωγική ανασυγκρότηση και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα συνθέτουν ένα σκηνικό απόγνωσης. Ενώ τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στη μεγάλη βιομηχανία, ένα τεράστιο κύμα ακρίβειας και λειτουργικού κόστους απειλεί να αφανίσει την πραγματική βάση της ελληνικής οικονομίας.
Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα, οι οποίες αποτελούν σχεδόν το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου, αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή οικονομική κρίση λόγω της εκτίναξης του κόστους ενέργειας και των πρώτων υλών
Η πρόσφατη απόφαση για της βιομηχανίας με κονδύλια ύψους έως 95 εκατομμυρίων ευρώ, αφήνει εκτός τους βιοτέχνες, τους επαγγελματίες της γειτονιάς και τα εργαστήρια παραγωγής.
Το ενεργειακό κόστος δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε ένα μεγάλο εργοστάσιο και ένα βιοτεχνικό εργαστήριο. Η ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και τα καύσιμα αποτελούν την πρώτη ύλη λειτουργίας για χιλιάδες επαγγελματίες. Οι φούρνοι της γειτονιάς, τα εργαστήρια ζαχαροπλαστικής, τα μικρά μηχανουργεία, τα τυπογραφεία, τα καθαριστήρια, τα ξυλουργεία και οι μονάδες επεξεργασίας τροφίμων δεν διαθέτουν διακόπτη που μπορεί να κατέβει χωρίς να επηρεαστεί η παραγωγή.
Η διαφορά όμως έγκειται στις αντοχές και στη διαπραγματευτική ισχύ. Αντίθετα με τους μεγάλους ομίλους, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την οικονομική επιφάνεια για να διαπραγματευτούν ευνοϊκότερα τιμολόγια με τους προμηθευτές ενέργειας, ούτε την ευκολία πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό για άμεσες επενδύσεις ενεργειακής αναβάθμισης ή αυτοπαραγωγής.
Με τις τιμές των καυσίμων και του ρεύματος να κινούνται σε δυσθεώρητα ύψη, οι αρτοποιοί βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα αδιέξοδο δίλημμα:
Η διοίκηση του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας (ΒΕΑ) και οι εκπρόσωποι των παραγωγικών φορέων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου προς την κυβέρνηση και τα αρμόδια υπουργεία. Όπως επισημαίνουν, η απώλεια της μικρής παραγωγικής υποδομής είναι μια μη αναστρέψιμη διαδικασία. Όταν ένα βιοτεχνικό εργαστήριο ή ένας φούρνος κλείσει, η τεχνογνωσία δεκαετιών και οι θέσεις εργασίας που χάνονται δεν αναπληρώνονται εύκολα.
Οι βιοτέχνες, οι αρτοποιοί και οι μικροί επαγγελματίες δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση· ζητούν ίση μεταχείριση και τη δυνατότητα να συνεχίσουν να παράγουν, να προσφέρουν θέσεις εργασίας και να κρατούν ζωντανές τις γειτονιές.
