Τηλεργασία μία ημέρα την εβδομάδα
Η Ευρώπη ετοιμάζεται για μια νέα ενεργειακή κρίση και, αυτή τη φορά, οι Βρυξέλλες δεν θέλουν να βρεθούν απροετοίμαστες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται ένα πακέτο έκτακτων μέτρων, το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί επίσημα τις επόμενες ημέρες από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λαϊεν, με στόχο να περιοριστεί το σοκ στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου και των καυσίμων που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Στο επίκεντρο των νέων μέτρων βρίσκεται μια πρόταση που πριν από λίγους μήνες θα φάνταζε αδιανόητη: οι επιχειρήσεις θα κληθούν να εφαρμόζουν υποχρεωτικά τουλάχιστον μία ημέρα τηλεργασίας την εβδομάδα, όπου αυτό είναι δυνατό. Παράλληλα, η Επιτροπή ζητά από τα κράτη-μέλη να μειώσουν ή ακόμη και να μηδενίσουν προσωρινά το κόστος των δημόσιων μεταφορών για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ενώ προτείνει και το κλείσιμο δημοσίων κτιρίων όταν δεν είναι απολύτως απαραίτητο να λειτουργούν.
Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι οι τιμές της ενέργειας δεν αυξάνονται πλέον μόνο λόγω της γενικότερης διεθνούς αβεβαιότητας, αλλά κυρίως εξαιτίας του πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία μέχρι πρόσφατα περνούσε περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η ζημιά για την Ευρώπη είναι ήδη τεράστια: όπως αναφέρεται την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι Ευρωπαίοι έχουν πληρώσει περισσότερα από 22 δισεκατομμύρια ευρώ επίσης για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Η ενεργειακή πίεση αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στις τιμές. Μεταξύ 27 Φεβρουαρίου και 20 Μαρτίου, η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε κατά 51%, ενώ το φυσικό αέριο σημείωσε άνοδο 85%. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο μετά τις ζημιές που υπέστη η εγκατάσταση Ras Laffan Industrial City στο Κατάρ, η μεγαλύτερη μονάδα υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο, από ιρανική επίθεση.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στρέφεται σε μέτρα που θυμίζουν σε ορισμένα σημεία την περίοδο της πανδημίας. Η τηλεργασία επιστρέφει όχι πλέον ως εργαλείο υγειονομικής προστασίας, αλλά ως μέσο εξοικονόμησης ενέργειας και καυσίμων. Η λογική είναι απλή: λιγότερες μετακινήσεις σημαίνουν μικρότερη κατανάλωση βενζίνης, ντίζελ και ηλεκτρικής ενέργειας στα γραφεία.
Στο μέτωπο των μετακινήσεων, η Επιτροπή ζητά από τις εθνικές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές να κάνουν τις δημόσιες συγκοινωνίες σημαντικά φθηνότερες ή ακόμη και δωρεάν για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, όπως χαμηλόμισθοι, άνεργοι, φοιτητές ή ηλικιωμένοι. Η φιλοσοφία είναι ότι όσο περισσότεροι πολίτες αφήσουν το αυτοκίνητο και χρησιμοποιήσουν λεωφορεία, μετρό και τρένα, τόσο μικρότερη θα είναι η κατανάλωση καυσίμων.
Η πρόταση ενδέχεται να οδηγήσει αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις σε ένα μοντέλο παρόμοιο με αυτό που εφαρμόστηκε σε περιόδους κρίσης ή ατμοσφαιρικής ρύπανσης: δωρεάν ή πολύ χαμηλού κόστους μετακινήσεις, περιορισμός της κυκλοφορίας και ισχυρή ενίσχυση των δημόσιων μέσων μεταφοράς.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες ζητούν από τα κράτη-μέλη να εξετάσουν και άλλα μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης καυσίμων. Ανάμεσα στις ιδέες που έχουν ήδη συζητηθεί είναι η μείωση των ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους, η αποφυγή των αεροπορικών ταξιδιών όταν υπάρχουν εναλλακτικές, η ενίσχυση της συνεπιβίβασης στα αυτοκίνητα και η μεταφορά των επαγγελματικών συναντήσεων στο διαδίκτυο.
Η Επιτροπή γνωρίζει ότι το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης θα πέσει στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα. Για τον λόγο αυτό προτείνει ένα νέο πακέτο κοινωνικής προστασίας. Μεταξύ άλλων, ζητά από τα κράτη να δώσουν ενεργειακά κουπόνια στα ευάλωτα νοικοκυριά, να διατηρήσουν ή να επαναφέρουν ρυθμιζόμενα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, να μειώσουν τους φόρους στο ρεύμα και να απαγορεύσουν προσωρινά τις διακοπές ρεύματος σε όσους αδυνατούν να πληρώσουν.
Επιπλέον, οι εταιρείες ενέργειας θα κληθούν να ενημερώνουν καλύτερα τους πελάτες τους για το ποιο είναι το φθηνότερο διαθέσιμο τιμολόγιο, να στέλνουν προειδοποιήσεις όταν αυξάνεται υπερβολικά η κατανάλωση και να διευκολύνουν την αλλαγή σε φθηνότερα συμβόλαια. Οι Βρυξέλλες ζητούν επίσης μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και ουσιαστικά πιέζουν τις κυβερνήσεις να κάνουν την αγορά ηλεκτρισμού πιο απλή και πιο κατανοητή για τον καταναλωτή.
