Δημόσιο χρέος: τι θα κρίνει την επιστροφή σε επίπεδα κανονικότητας

Δημόσιο χρέος: τι θα κρίνει την επιστροφή σε επίπεδα κανονικότητας

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Στις διαδοχικές συσκέψεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης των τελευταίων εβδομάδων αναφορικά με την πορεία του πληθωρισμού, την τιμή των καυσίμων ή τα δημοσιονομικά περιθώρια για τη λήψη νέων μέτρων στήριξης, στο τραπέζι υπάρχει και το το πώς θα διατηρηθεί η πορεία ταχείας αποκλιμάκωσης στο δημόσιο χρέος μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, ενεργειακής πίεσης και αυξανόμενης κοινωνικής κόπωσης.

Το σχέδιο που έχει στηθεί από τον ΟΔΔΗΧ κινείται με πολύ πιο επιθετικούς ρυθμούς από ό,τι φαίνεται δημόσια. Οι συνεχείς επαφές του επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ,  Δημήτρη Τσάκωνα, με μεγάλα χαρτοφυλάκια σε Ευρώπη, Ασία, ΗΠΑ και Μέση Ανατολή δεν έχουν μόνο χαρακτήρα ενημέρωσης των αγορών.

Στις ίδιες συζητήσεις, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι η Ιταλία αναμένεται να περάσει ξανά στην πρώτη θέση της Ευρωζώνης ως προς το ύψος του χρέους προς ΑΕΠ από το τέλος του 2026, εξέλιξη που η Αθήνα θεωρεί κομβική για τη μεταβολή της επενδυτικής εικόνας της χώρας.

Την ίδια στιγμή όμως, πίσω από το αφήγημα της σταθερότητας, υπάρχει και ένας πιο σύνθετος προβληματισμός. Η κυβέρνηση επιλέγει να επιταχύνει τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους ακόμη και μέσα σε μια περίοδο παρατεταμένης ακρίβειας. Στις 15 Ιουνίου προχωρά νέα πρόωρη εξόφληση δανείων του πρώτου μνημονίου ύψους 6,9 δισ. ευρώ, ενώ ήδη σχεδιάζεται η επόμενη φάση πρόωρης αποπληρωμής δανείων του EFSF.

Αυτό εξηγεί γιατί οι πρόωρες αποπληρωμές έχουν αποκτήσει τόσο κεντρικό ρόλο. Η Ελλάδα σχεδιάζει να αποπληρώσει έως το 2031 τα υπόλοιπα 31,6 δισ. ευρώ των δανείων του πρώτου μνημονίου, πολύ νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα που έφτανε έως το 2041. Παράλληλα, ξεκινά σταδιακά και η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του δεύτερου προγράμματος στήριξης. Το οικονομικό επιτελείο θεωρεί ότι κάθε τέτοια κίνηση λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στις αξιολογήσεις των οίκων, ενώ η επιστροφή σε επίπεδα κανονικότητα για το χρέος αντιμετωπίζεται ως το τελικό σήμα εξόδου από την εποχή της κρίσης χρέους.

Το θετικό στοιχείο για την Αθήνα είναι ότι οι αγορές συνεχίζουν να βλέπουν το ελληνικό χρέος ως διαχειρίσιμο, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η αποκλιμάκωση είναι εντυπωσιακή. Από 209% του ΑΕΠ το 2020, το δημόσιο χρέος κινείται πλέον κοντά στο 136,8% για το 2026, με τις προβολές να το φέρνουν κοντά στο 110% έως το 2031.

Το ίδιο το Μεσοπρόθεσμο βασίζεται σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα έως το τέλος της δεκαετίας και σε σταθερή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Αν οι δύο αυτοί παράγοντες αποδυναμωθούν ταυτόχρονα, η πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους δυσκολεύει αισθητά.

Η επιλογή της κυβέρνησης να κατευθύνονται διαθέσιμοι πόροι στην ταχύτερη μείωση του χρέους προκαλεί ήδη συζητήσεις στο εσωτερικό της αγοράς αλλά και σε κυβερνητικούς κύκλους, καθώς η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το ενεργειακό κόστος περνά πλέον σταδιακά σε μεταφορές, εστίαση, πρώτες ύλες και λιανεμπόριο. Στελέχη της αγοράς μιλούν για αυξημένη επιφυλακτικότητα στην κατανάλωση και για μεγαλύτερη πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα εκτός τουριστικών περιοχών.

Παράλληλα, το δημοσιονομικό περιθώριο παραμένει περιορισμένο. Μετά τα ήδη ανακοινωμένα μέτρα στήριξης και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ο διαθέσιμος χώρος για νέες παρεμβάσεις υπολογίζεται μόλις στα 200–250 εκατ. ευρώ.

Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο πολιτικό περιβάλλον, καθώς απο τη μία πλευρά, η κυβέρνηση θέλει να προστατεύσει την εικόνα αξιοπιστίας που έχει χτίσει απέναντι στις αγορές, ενώ από την άλλη, γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη περίοδος ακρίβειας μπορεί να επηρεάσει την κατανάλωση, την ανάπτυξη και τελικά τα ίδια τα δημόσια έσοδα πάνω στα οποία στηρίζεται η στρατηγική μείωσης του χρέους.