Ακριβότερη η εξαγορά πλασματικών ετών για συνταξιοδότηση
Σημαντικές αλλαγές φέρνει η αύξηση του κατώτατου μισθού στο κόστος εξαγοράς πλασματικών ετών, επηρεάζοντας άμεσα χιλιάδες ασφαλισμένους που σχεδιάζουν να επισπεύσουν τη συνταξιοδότησή τους. Το κόστος για τη συνταξιοδότηση αυξάνεται, λόγω κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ, με 184 ευρώ τον μήνα και 2.208 ευρώ τον χρόνο (ισχύει από 1/4/2026).
Οι αυξήσεις ισχύουν για αιτήσεις που υποβάλλονται από 1ης Απριλίου 2026 και μετά
Ετσι η αναγνώριση πλασματικού χρόνου γίνεται πλέον ακριβότερη. Το ποσό εξαγοράς καθορίζεται στο 20% επί των μεικτών αποδοχών του μήνα που προηγείται της αίτησης. Με την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ (από 1ης Απριλίου), το κόστος διαμορφώνεται ως εξής:
Ιδιαίτερα για τους ελεύθερους επαγγελματίες, το κόστος εξαγοράς συνδέεται με τις ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες αυξάνονται κάθε χρόνο με βάση τον πληθωρισμό. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι στη λύση της εξαγοράς πλασματικών ετών – προκειμένου είτε να βγει στη σύνταξη είτε να διαμορφώσει υψηλότερο εισόδημα – καταφεύγει πλέον σχεδόν ένας στους δύο ασφαλισμένους.
Οι περισσότεροι διαπιστώνουν ότι είναι ιδιαίτερα υψηλά τα γενικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, τα οποία έχουν ως βασική προϋπόθεση τη συμπλήρωση περισσότερων από 35 και έως τουλάχιστον 40 ετών ασφάλισης. Η αναγνώριση πλασματικών ετών συμφέρει όταν εξυπηρετεί σαφή στόχο: είτε τη θεμελίωση/κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είτε τη συμπλήρωση 40ετίας για έξοδο στα 62.
1. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα εξαγοράς 5 έως 7 ετών ασφάλισης, προκειμένου με την προσθήκη πλασματικού χρόνου να διαμορφωθούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης από τον ΕΦΚΑ (εφόσον πρόκειται για παλαιούς, πριν από το 1993, ασφαλισμένους) ή να εξαγοραστούν έτη ώστε να συμπληρωθούν τα 12.000 ένσημα (40 χρόνια), λαμβάνοντας σύνταξη με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας (νέοι ασφαλισμένοι μετά το 1993).
2. Οι παρακάτω οκτώ κατηγορίες ασφαλισμένων μπορούν να κάνουν χρήση των πλασματικών ετών:
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν πλέον τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν έως και 12 πλασματικά έτη για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Στον ιδιωτικό τομέα το όριο μειώνεται στα 7 έτη, και μάλιστα με περιορισμούς, καθώς η αναγνώριση αφορά μόνο περιόδους ανεργίας ή κενά ασφάλισης.
Η διαφορά αυτή σημαίνει ότι ένας ιδιωτικός υπάλληλος που αντιμετώπισε διακοπές στην εργασιακή του πορεία δεν έχει τις ίδιες επιλογές με έναν δημόσιο υπάλληλο – ακόμη κι αν έχουν τα ίδια χρόνια προϋπηρεσίας ή τις ίδιες συνθήκες ανεργίας. Οι παλαιοί ασφαλισμένοι, δηλαδή όσοι μπήκαν στην ασφάλιση πριν από το 1993, έχουν επιπλέον δυνατότητες.
Μπορούν να εξαγοράσουν πλασματικά έτη μέχρι και το 2012, ώστε να κατοχυρώσουν σύνταξη πριν από τα 62 ή τα 67. Ειδικά στον δημόσιο τομέα, ο χρόνος τέκνων εξακολουθεί να προσμετράται, ενώ στον ιδιωτικό αυτό δεν ισχύει – κάτι που ενισχύει τη διάκριση ανάμεσα στους δύο κλάδους.
