Ελληνική οικονομία: ανάπτυξη με «πήλινα πόδια»; – οι αδυναμίες της ελλάδας
Παρά τις κυβερνητικές αναφορές στην ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας και στους ρυθμούς ανάπτυξης που εξακολουθούν να υπερβαίνουν τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, τα τελευταία στοιχεία αποκαλύπτουν μια λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα. Η εικόνα που προκύπτει από τις αναλύσεις των τραπεζών και των διεθνών οργανισμών είναι πολύ πιο σύνθετη από το κυβερνητικό αφήγημα της ισχυρής ανάπτυξης. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όμως η επιβράδυνση της κατανάλωσης, η εξάρτηση από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας και οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις αναδεικνύουν ότι οι διαρθρωτικές αδυναμίες όχι μόνο δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά επιστρέφουν στο προσκήνιο. Και αυτό συνιστά μια σοβαρή πρόκληση για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης την επόμενη ημέρα.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα έρχεται από την ετήσια κατάταξη ανταγωνιστικότητας του IMD, όπου η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στην 50ή θέση μεταξύ 70 χωρών και εμφανίζει σημαντική επιδείνωση σε κρίσιμους τομείς. Ειδικότερα, η χώρα υποχώρησε κατά έξι θέσεις στην κατηγορία της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, από την 53η στην 59η θέση, ενώ έχασε έδαφος και στις υποδομές, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας.
Τα στοιχεία αυτά έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το κυβερνητικό αφήγημα περί αποτελεσματικού κράτους και επιτυχημένων μεταρρυθμίσεων. Η έκθεση αναδεικνύει ότι οι χρόνιες αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, των θεσμών και των υποδομών εξακολουθούν να αποτελούν βαρίδι για την οικονομία, περιορίζοντας την παραγωγικότητα και την προσέλκυση επενδύσεων.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις σε δείκτες όπως το δημόσιο χρέος, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και η ανεργία, γεγονός που δείχνει ότι αρκετές από τις βασικές παθογένειες της οικονομίας παραμένουν άλυτες.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2%, παρόλα αυτά η εικόνα πίσω από τον αριθμό προκαλεί προβληματισμό. Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης ήταν οι επενδύσεις, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 12,1% σε ετήσια βάση, κυρίως χάρη στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η ίδια η ανάλυση της Alpha Bank επισημαίνει ότι η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί μια μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία: την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου, βιώσιμου επενδυτικού μοντέλου. Με άλλα λόγια, σημαντικό μέρος της σημερινής αναπτυξιακής δυναμικής συνδέεται με ευρωπαϊκούς πόρους που δεν θα είναι διαθέσιμοι επ’ αόριστον.
Επιπλέον, παρά τη θεαματική ετήσια άνοδο, οι επενδύσεις υποχώρησαν κατά 2,5% σε τριμηνιαία βάση, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει ευάλωτη και δεν ακολουθεί σταθερή ανοδική τροχιά.
Αυτό δίνει βάση στο επιχείρημα ότι η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη παρουσιάσει ένα επαρκώς αυτόνομο αναπτυξιακό μοντέλο για την περίοδο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η ανάλυση της Alpha Bank, παρότι κάνει λόγο για ανθεκτικότητα της οικονομίας, καταγράφει ότι η ιδιωτική κατανάλωση αυξάνεται πλέον με τον χαμηλότερο ρυθμό των τελευταίων πέντε ετών, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις διαβρώνουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η άνοδος του εναρμονισμένου πληθωρισμού προς το 4,9% τον Μάιο δημιουργεί νέες πιέσεις στην αγοραστική δύναμη, ιδιαίτερα σε μια οικονομία όπου η κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης.
Αυτό επιτρέπει να γραφτεί ότι η ανάπτυξη δεν στηρίζεται πλέον τόσο στην εσωτερική ζήτηση όσο σε επενδύσεις που χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκούς πόρους.
