Ελληνικό παραγωγικό μοντέλο: η οικονομία παράγει 10% λιγότερο από το 2009
Τα τελευταία χρόνια, ιδίως από την πανδημία και μετά, ακούμε όλο και πιο συχνά ότι πρέπει να αλλάξει το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο. Η έμφαση συνήθως δίνεται στο πώς θα γίνει πιο σύγχρονο, πιο ανταγωνιστικό, με μεγαλύτερο οικονομικό αποτύπωμα. Λιγότερο συχνά ακούμε για την ανάγκη να γίνει το παραγωγικό μοντέλο πιο δίκαιο, πιο ισορροπημένο, πιο φιλικό στην κοινωνία, το περιβάλλον και τον άνθρωπο. Ο μετασχηματισμός του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου ήταν άλλωστε η διακηρυγμένη προτεραιότητα του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας Ελλάδα 2.0, με μοχλό τα κονδύλια του κοινοτικού Ταμείου και οδηγό το σχέδιο Πισσαρίδη. Υπάρχουν εντούτοις σοβαρές ενστάσεις και διαφωνίες στο κατά πόσο οι στόχοι-ορόσημα του ΤΑΑ υλοποιήθηκαν ή όχι, αλλά και ως προς το ποιοι ωφελήθηκαν και ποιοι έμειναν απ΄έξω.
Δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, η ελληνική οικονομία έχει στραφεί ξανά προς τους κλάδους που ανταγωνίζονται στις διεθνείς αγορές. Η στροφή αυτή όμως έγινε κυρίως στις τιμές και πολύ λιγότερο στην παραγωγή. Το 2025 η χώρα παρήγαγε 10% λιγότερο από ό,τι το 2009 και 13% λιγότερο από την κορυφή του 2008, δηλαδή περίπου όσο το 2003-2004. Αυτό είναι το κεντρικό εύρημα του νέου Policy Brief του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) που υπογράφουν ο βοηθός ερευνητής Χρήστος Λούκας και ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας. Η μελέτη αξιοποιεί στοιχεία της Eurostat και εξετάζει για κάθε κλάδο τρία μεγέθη: το μερίδιό του στο ΑΕΠ, τον πραγματικό όγκο της παραγωγής του και την αξία της σε ευρώ. Ο συνδυασμός τους δείχνει αν ένας κλάδος μεγάλωσε πραγματικά ή απλώς πουλά ακριβότερα.
Έχοντας διαγράψει έναν πλήρη κύκλο, ανόδου, κατάρρευσης και ατελούς ανάκαμψης, το μείγμα της ελληνικής οικονομίας παραμένει ίδιο με την προ της κρίσης περίοδο, σε ό,τι αφορά τους τρεις μεγάλους τομείς παραγωγής: πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή. Υπηρεσίες, βιομηχανία και αγροτική παραγωγή μετακινήθηκαν λιγότερο από μία μονάδα του ΑΕΠ η καθεμία, καθώς η μεγάλη στροφή προς τις υπηρεσίες είχε ολοκληρωθεί πριν από την κρίση, μας λέει το ΚΕΦΙΜ. Βέβαια αν δούμε την εικόνα σε επίπεδο απασχόλησης, παρατηρούμε μια μεγάλη υποχώρηση της μεταποίησης και του αγροτικού τομέα και μετατόπιση στον τομέα των υπηρεσιών, όπως καταγράφουν οι έρευνες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.
Εκεί που έχει αλλάξει πράγματι το παραγωγικό μείγμα, βάσει το ΚΕΦΙΜ, είναι σε επίπεδο διεθνώς εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων κλάδων. Από το 2009 ως σήμερα οι διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι κέρδισαν 4,9 μονάδες του ΑΕΠ, ενώ οι μη διεθνώς εμπορεύσιμοι έχασαν 7,8 μονάδες , η μεγαλύτερη μετατόπιση που καταγράφει η μελέτη (βλ. το παραπάνω διάγραμμα).
Οι συντάκτες συνδέουν την προ κρίσης στροφή στην εγχώρια αγορά με πολιτικές που ευνοούσαν προστατευμένες δραστηριότητες. Αναφέρουν ταχείες μισθολογικές αυξήσεις στο Δημόσιο, εμπόδια εισόδου στα επαγγέλματα, εγγυημένα περιθώρια κέρδους και φορολογικά κίνητρα για την οικοδομή, σε συνδυασμό με την πιστωτική επέκταση. Η εσωτερική υποτίμηση των μνημονίων ανέτρεψε αυτή την ισορροπία.
Ο δημόσιος τομέας δείχνει την αντίστροφη όψη. Το μερίδιό του στο ΑΕΠ υποχώρησε από 18,7% σε 15,1%. Όμως ο όγκος των υπηρεσιών του μειώθηκε 10%, ακριβώς όσο και η οικονομία. Τη διαφορά την έκαναν οι μισθολογικές περικοπές. Ακόμη και η άνοδος σε αξία του δευτερογενούς τομέα, κατά 1,8 μονάδες οφείλεται κυρίως στις τιμές της ενέργειας.
Η μεταποίηση είναι η μόνη περίπτωση όπου η άνοδος του μεριδίου προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την παραγωγή. Το βάρος της ανέβηκε από 8,2% σε 9,1% του ΑΕΠ και ο όγκος της είναι 7% υψηλότερος από το 2009. Ο κλάδος είχε χάσει το 40% της παραγωγής του από το 2005 έως το 2016. Από τότε την έχει αυξήσει κατά 64%, με άνοδο 44% μόνο την περίοδο 2019-2025, και το μερίδιό του είναι το υψηλότερο από το 2004.
Η πληροφορική παράγει 5% περισσότερο από το 2009 και σχεδόν διπλάσια από το 2000, το μεγαλύτερο άλμα όλων των κλάδων. Με μερίδιο γύρω στο 3% του ΑΕΠ, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει το παραγωγικό μείγμα.
Τη βαθύτερη πληγή κουβαλούν οι κατασκευές. Το μερίδιό τους έπεσε από 8,4% στην κορυφή του 2006 σε 2,1% σήμερα και η παραγωγή τους είναι 39% χαμηλότερη από το 2009. Παρά την ταχύτερη ανάκαμψη όλων των κλάδων μετά το 2019, με άνοδο 68%, παραμένουν 61% κάτω από το 2006.
Η μελέτη καταλήγει ότι οι σχετικές τιμές άλλαξαν τη σύνθεση της οικονομίας, όχι όμως το μέγεθός της. Για να αυξηθεί η πραγματική παραγωγή, απαιτούνται επενδύσεις, πιο εξωστρεφείς επιχειρήσεις και άρση των εμποδίων στην παραγωγικότητα, κατευθύνσεις που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Πισσαρίδη του 2020. Το ΚΕΦΙΜ παρακολουθεί την υλοποίηση των 525 προτάσεών της.
