Πλούσιος βορράς, υπερχρεωμένος νότος: η βαθιά ανισότητα της πράσινης μετάβασης
Επί σειρά ετών, η παγκόσμια συζήτηση γύρω από την κλιματική πολιτική περιστρεφόταν γύρω από ένα και μοναδικό, κρίσιμο τεχνολογικό ερώτημα: θα μπορούσαν ποτέ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να γίνουν αρκετά αποδοτικές και φθηνές ώστε να αντικαταστήσουν πλήρως τα ορυκτά καύσιμα;
Η πράσινη μετάβαση εξελίσσεται σε προνόμιο των ισχυρών, εγκλωβίζοντας τον φτωχό Νότο στα ορυκτά καύσιμα
Την τελευταία δεκαετία, αναλύει το Social Europe, το κόστος της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας έχει κατακρημνιστεί, η τεχνολογία των μπαταριών και της αποθήκευσης βελτιώνεται αλματωδώς, και η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών έχει επιταχυνθεί σε τεράστιο τμήμα του πλανήτη. Κι όμως, παρά την αδιαμφισβήτητη αυτή πρόοδο, η παγκόσμια εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει πεισματικά ριζωμένη στις κοινωνίες μας.
Το βασικό πρόβλημα σήμερα δεν είναι πρωτίστως τεχνολογικό. Είναι βαθιά χρηματοοικονομικό.
Αυτή η θεμελιώδης αντίφαση αναδείχθηκε ξεκάθαρα στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής που φιλοξένησε η Κολομβία, με κεντρικό θέμα τη χρηματοδότηση της σταδιακής κατάργησης των ορυκτών καυσίμων σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο. Ηγέτες και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συγκεντρώθηκαν για να εξετάσουν πώς οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα μπορούσαν να απομακρυνθούν από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον άνθρακα, χωρίς όμως να πυροδοτήσουν εγχώριες οικονομικές κρίσεις ή να βαθύνουν την ήδη υπάρχουσα κοινωνική ανισότητα. Οι συζητήσεις έφεραν στο φως μια σκληρή πραγματικότητα: πολλές χώρες είναι πλέον πρόθυμες, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχών, να εγκαταλείψουν τα ορυκτά καύσιμα. Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ωστόσο, δεν είναι δομημένο με τρόπο που να τους επιτρέπει να το πράξουν εύκολα.
Είναι αλήθεια ότι η χρηματοδότηση για το κλίμα έχει αναδειχθεί σε ένα από τα κυρίαρχα θέματα των διεθνών διαπραγματεύσεων. Τα πλούσια κράτη υπόσχονται συστηματικά υποστήριξη για τον μετριασμό των επιπτώσεων, την προσαρμογή και την πράσινη ανάπτυξη. Οι πολυμερείς θεσμοί υιοθετούν όλο και περισσότερο τη γλώσσα της βιωσιμότητας και της δίκαιης μετάβασης. Παρ’ όλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης που είναι πραγματικά διαθέσιμη στις αναπτυσσόμενες οικονομίες παραμένει ακριβό, βασίζεται στον δανεισμό (αυξάνοντας το χρέος) και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις προτεραιότητες των επενδυτών.
Η κατάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα ασφυκτική για πολλές οικονομίες που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα, καθώς βασίζονται στα έσοδα από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο ή τον άνθρακα όχι απλώς για να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους, αλλά για την ίδια τους τη δημοσιονομική επιβίωση. Κυβερνήσεις που παλεύουν με δυσβάσταχτα χρέη, αδύναμα νομίσματα και περιορισμένη βιομηχανική διαφοροποίηση δεν μπορούν απλώς να διακόψουν την παραγωγή από τη μια μέρα στην άλλη. Μια τέτοια κίνηση θα εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους κρίσεων στο ισοζύγιο πληρωμών, μαζικής ανεργίας και ραγδαίας πολιτικής αστάθειας.
Το δίλημμα, επομένως, δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι πρωτίστως γεωπολιτικό και χρηματοπιστωτικό. Από τη μία πλευρά, οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου ακούνε διαρκώς ότι πρέπει να απαλλαγούν άμεσα από τον άνθρακα για να επιτευχθούν οι παγκόσμιοι κλιματικοί στόχοι. Από την άλλη, παραμένουν εγκλωβισμένες σε μια διεθνή χρηματοπιστωτική τάξη που επιβραβεύει τις εξορυκτικές εξαγωγές, τιμωρεί τη δημοσιονομική επέκταση και αυξάνει το κόστος δανεισμού ακριβώς τη στιγμή που οι μεγάλης κλίμακας δημόσιες επενδύσεις είναι πιο αναγκαίες από ποτέ.
Τα βασικά οικονομικά δεδομένα των ενεργειακών επενδύσεων εξηγούν αυτή την ανισότητα. Οι υποδομές ανανεώσιμων πηγών απαιτούν τεράστια αρχικά κεφάλαια, ακόμα κι αν το λειτουργικό τους κόστος στη συνέχεια μειώνεται δραματικά. Συνεπώς, οι χώρες που μπορούν να δανειστούν φθηνά χρηματοδοτούν την πράσινη επέκταση πολύ πιο εύκολα σε σύγκριση με εκείνες που παλεύουν με υψηλά επιτόκια και νομισματική αστάθεια. Έτσι, τα φτωχότερα κράτη καταλήγουν να πληρώνουν πολύ περισσότερα για να αποκτήσουν τις ίδιες ακριβώς πράσινες τεχνολογίες.
Αυτή η δυναμική εξηγεί γιατί η εξόρυξη ορυκτών καυσίμων εξακολουθεί να φαντάζει ως μια οικονομικά ορθολογική επιλογή στον Παγκόσμιο Νότο. Τα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου προσελκύουν ξένες επενδύσεις πιο εύκολα, καθώς είναι βαθιά ενσωματωμένα στα υπάρχοντα χρηματοοικονομικά και εμπορικά δίκτυα.
