Ελστατ: ένας στους 13 στην ελλάδα αντιμετωπίζει ανεπάρκεια τροφής
Σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, που δημοσιοποιήθηκε σήμερα, Τετάρτη, το 1,7% του ελληνικού πληθυσμού αντιμετώπισε σοβαρή ανεπάρκεια τροφής (βάσει της παγκόσμιας τυπικής κλίμακας ανεπάρκειας τροφής – FIES), ποσοστό που αποτελεί την υψηλότερη επίδοση από το 2019.
Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια κυμάνθηκαν από 6% έως 8% μεταξύ 2019 και 2024, με 7% το 2024, ενώ η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής διατηρήθηκε σε σχετικά σταθερά επίπεδα, μεταξύ 1,4% και 1,7%, καταγράφοντας την υψηλότερη τιμή της το 2025.
Ειδικότερα, όπως εξηγεί η ΕΛΣΤΑΤ, ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του δήλωσε πως, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, αναγκάστηκε να παραλείψει ένα γεύμα, έφαγε λιγότερο από όσο θεωρούσε ότι είχε ανάγκη, έμεινε χωρίς τροφή, πεινούσε αλλά δεν έφαγε, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή, λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.
Επιπλέον, ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του δήλωσε πως, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.
Στον συγκριτικό πίνακα που περιλαμβάνει η ΕΛΣΤΑΤ, με στοιχεία για την τριετία 2023-2025 από διεθνείς οργανισμούς, η Ελλάδα εμφανίζει ποσοστό μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής 7,1%, έναντι 7,4% στην Ευρώπη. Η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής διαμορφώνεται στο 1,6%, έναντι 1,9% στην Ευρώπη.
Τα υψηλότερα ποσοστά μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής καταγράφονται στην Ουγγαρία (16,9%), τη Ρουμανία (15,2%), τη Φινλανδία (13,3%) και την Εσθονία (13,1%).
Στον αντίποδα, χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Ιταλία (1,7%), το Λουξεμβούργο και η Ελβετία (2,6%) και η Πολωνία (2,7%). Στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 4,1%, στην Ισπανία στο 7,4% και στη Γαλλία στο 9,4%.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής ανέρχεται στο 26,8% και η σοβαρή στο 9,8%. Στην Αφρική, τα αντίστοιχα ποσοστά φθάνουν το 57,4% και το 21,1%.
