Η μεταρρύθμιση των συντάξεων -με άρωμα σουηδίας- τρομάζει τους γερμανούς
Η γερμανική κυβέρνηση και οι νομοθέτες της χώρας βρίσκονται ενώπιον μιας απόφασης που για πολλούς θεωρούνταν αδιανόητη μέχρι σήμερα. Η επίσημη παρουσίαση της πρότασης από την αρμόδια κυβερνητική επιτροπή για τη διοχέτευση τουλάχιστον 30 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως σε ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο κεφαλαιαγοράς, με σκοπό τη θωράκιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, αποτελεί πραγματικό ανάθεμα για έναν από τους πιο συντηρητικούς και διστακτικούς λαούς της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις.
Οι Γερμανοί πολίτες χαρακτηρίζονται διαχρονικά από την έντονη προσκόλλησή τους στην ασφάλεια, την προτίμηση στις τραπεζικές καταθέσεις και την ενοικίαση κατοικίας, αποφεύγοντας συστηματικά το χρηματιστήριο. Ωστόσο, η μεταρρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς έρχεται να σπάσει ένα εξαιρετικά ευαίσθητο στεγανό, αντλώντας έμπνευση από το επιτυχημένο σουηδικό μοντέλο.
Ο κεντρικός άξονας της μεταρρύθμισης προβλέπει τη σταδιακή εισαγωγή μιας συμπληρωματικής εισφοράς, η οποία θα ξεκινήσει από το 0,5% και θα φτάσει το 2% του ακαθάριστου μισθού, επιμεριζόμενη ισόποσα μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Τα κεφάλαια αυτά θα κατευθύνονται σε ένα κεντρικά διαχειριζόμενο ταμείο και θα επενδύονται σε μετοχές και ομόλογα, δημιουργώντας ατομικούς κεφαλαιακούς λογαριασμούς. Στόχος είναι να αξιοποιηθούν οι αποδόσεις των αγορών για να ενισχυθεί το επίπεδο των συντάξεων πέρα από όσα επιτρέπει το τρέχον αναδιανεμητικό σύστημα, ακόμη και σε περιόδους σοβαρών οικονομικών κρίσεων.
Η πολιτική πίεση για το Βερολίνο είναι τεράστια. Μετά από πέντε χρόνια οικονομικής στασιμότητας και με την ανάγκη για μαζικές επενδύσεις σε υποδομές και άμυνα, η διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος είναι αδύνατη λόγω των δυσμενών δημογραφικών προοπτικών. Η κυβέρνηση συνεργασίας Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών πιέζεται να καταλήξει σε συμφωνία πριν από τις θερινές κοινοβουλευτικές διακοπές, την ώρα που η ακροδεξιά, αντιευρωπαϊκή παράταξη AfD προηγείται καθαρά στις δημοσκοπήσεις.
Ωστόσο, οι προτάσεις περιλαμβάνουν επώδυνα μέτρα για τους Σοσιαλδημοκράτες, όπως η κατάργηση της δυνατότητας συνταξιοδότησης στα 45 έτη εισφορών και η σύνδεση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, γεγονός που θα μπορούσε να μεταθέσει την ηλικία συνταξιοδότησης έως τα 70 έτη για τις επόμενες γενιές.
Παρά τις αντιδράσεις για τα όρια ηλικίας, η υποχρεωτική επένδυση στις κεφαλαιαγορές είναι αυτή που προκαλεί τη μεγαλύτερη κοινωνική αμηχανία. Σύμφωνα με στοιχεία της Bundesbank, μόλις το 18% των γερμανικών νοικοκυριών έχει επενδύσει μέρος του πλούτου του σε μετοχές, τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι 23% και στις Ηνωμένες Πολιτείες αγγίζει το εντυπωσιακό 61%. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι για τους Γερμανούς οι κεφαλαιαγορές εξακολουθούν να είναι συνδεδεμένες με αρνητικές έννοιες όπως η κερδοσκοπία.
Η μεταρρύθμιση έχει γίνει δεκτή με ικανοποίηση από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, με στελέχη κορυφαίων τραπεζών όπως η Deutsche Bank και η Commerzbank να ζητούν περαιτέρω επέκταση των εταιρικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Αντίθετα, το Γερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο προειδοποιεί ότι η αύξηση των εισφορών κατά 2% θα εκτοξεύσει τις συνολικές κοινωνικές επιβαρύνσεις πάνω από το 40% του ακαθάριστου μισθού κατά μέσο όρο, γεγονός που ενδέχεται να πλήξει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας σε μια ήδη κρίσιμη συγκυρία.
