Ένας στους δύο έλληνες δεν μπορεί να καλύψει έκτακτα αλλά αναγκαία έξοδα – τι σημαίνει στην πράξη
Καθημερινά η Εurostat αναρτά στoυς λογαριασμούς της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιλεγμένα infographics (πληροφοριακά γραφήματα) από τις πανευρωπαϊκές έρευνες. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Ελλάδα φιγουράρει στις πρώτες θέσεις στις αναρτήσεις με αρνητικό περιεχόμενο: υψηλότερο στεγαστικό κόστος, υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός, υποκειμενική φτώχεια, ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας.
Πρωτιές καταγράφουμε και στους δείκτες υλικής στέρησης: οικονομική αδυναμία για επτά ημέρες διακοπών, για να κρατήσεις το σπίτι ζεστό το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι (ενεργειακή φτώχεια), δυσκολία έγκαιρης πληρωμής λογαριασμών, ενοικίου, δόσεων στεγαστικού δανείου κ.λπ.
Επίσης είμαστε πρώτοι στις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας, στη δουλειά τα Σαββατοκύριακα, στην υπερεργασία και τις υπερωρίες, δηλαδή το ποσοστό των εργαζομένων που δουλεύουν από 49 ώρες και πάνω την εβδομάδα.
Περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά στην Ελλάδα δεν μπορούν να καλύψουν έκτακτα έξοδα πηγή: Eurostat
Πρόσφατα η Eurostat ανάρτησε ένα νέο infographic για το ποσοστό των Ευρωπαίων που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά σε έκτακτα αλλά αναγκαία έξοδα. Η Ελλάδα είναι κι εδώ πρώτη με διαφορά. Το 2025 σχεδόν ο ένας στους τρεις πολίτες της ΕΕ (29.2%), δήλωνε αδυναμία να καλύψει απροσδόκητες δαπάνες. Το ποσοστό είναι μειωμένο κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 50,5%, έχοντας κάνει ένα άλμα πάνω από έξι μονάδες σε σύγκριση με το 2024 (43,9%). Για περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά ακόμα και μια μικρή αναποδιά – μια ζημιά στο αυτοκίνητο, ένας χαλασμένος καυστήρας, ένα ζωάκι που αρρώστησε- μπορεί να οδηγήσει σε οικονομικό εκτροχιασμό.
Η Ελλάδα βρίσκεται δεύτερη μετά τη Βουλγαρία στον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με 27,5% – πηγή Eurostat
Η αδυναμία για κάλυψη έκτακτων αλλά αναγκαίων οικονομικών εξόδων είναι ένας από τους δείκτες υλικής και κοινωνικής στέρησης που μετράνε η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat στις ετήσιες έρευνες για τις συνθήκες διαβίωσης. Ο πήχης που θέτει η ΕΛΣΤΑΤ για το αναπάντεχο έξοδο είναι περίπου 500 ευρώ και αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το διάμεσο εισόδημα και το κατώφλι της φτώχειας.
Για κάποιον που πληρώνεται με τον κατώτατο μισθό ένα έκτακτο έξοδο των 500 ευρώ δεν είναι απλώς καταστροφικό. Είναι ανθρωπίνως αδύνατο να καλυφθεί από ίδιους πόρους, χωρίς το άτομο να χρειαστεί να καταφύγει σε δανεισμό. Ακόμα και για κάποιον που πληρώνεται με τον διάμεσο μισθό (περίπου 1.000-1.100 ευρώ μικτά), ένα έξοδο των 500 ευρώ αντιπροσωπεύει το 50% του μηνιαίου εισοδήματος. Η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν μπορεί να καταφύγει στις αποταμιεύσεις, γιατί απλά δεν υπάρχουν. Τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν αρνητική αποταμίευση, δηλαδή ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν.
Όσοι μπορούν να βάλουν έστω ένα μικρό ποσό στην άκρη κάθε μήνα είναι μόλις οι δύο στους δέκα ή ακόμα λιγότεροι, ανάλογα με το ποιος πραγματοποιεί την έρευνα. Στις έρευνες του ΙΟΒΕ το ποσοστό των Ελλήνων που αποταμιεύουν λίγο ή περισσότερο είναι περί το 20%. Ένα 60%-65% μόλις τα βγάζει πέρα (ποσοστό που έχει διακυμάνσεις από μήνα σε μήνα), ένα 12-13% αντλεί από τις αποταμιεύσεις του και ένα 7% είναι χρεωμένο. Από όσους διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό, οι επτά στους δέκα έχουν καταθέσεις κάτω από 1.000 ευρώ.
Βρισκόμαστε στην προτελευταία θέση της ΕΕ σε μέσο προσαρμοσμένο μισθό πλήρους απασχόλησης, με 18.000 ετησίως (2024, τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία Eurostat)
