←
Το δημόσιο παραμένει ο μεγαλύτερος κακοπληρωτής

Το δημόσιο παραμένει ο μεγαλύτερος κακοπληρωτής

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Για το ελληνικό Δημόσιο χρόνος μοιάζει να κυλάει με διαφορετική ταχύτητα σχετικά με αυτά που χρωστάει και αυτά που του χρωστάνε. Η μια αφορά το χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους πολίτες και επιχειρήσεις για να πληρώσουν φόρους και εισφορές, πριν αρχίσουν οι προσαυξήσεις, χαθούν οι ρυθμίσεις και ενεργοποιηθούν τα αναγκαστικά μέτρα. Η δεύτερη αφορά τον χρόνο που χρειάζεται το ίδιο το κράτος για να εξοφλήσει τους προμηθευτές του και όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία, κινείται πολύ πιο αργά.

Στο τέλος Ιουλίου, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους ανέρχονταν σε 2,646 δισ. ευρώ, αποκαλύπτοντας ότι πίσω από τα πρωτογενή πλεονάσματα και τις υπερβάσεις των φορολογικών εσόδων εξακολουθεί να λειτουργεί ένας παράλληλος μηχανισμός αφαίρεσης ρευστότητας από την πραγματική οικονομία. Το κράτος προμηθεύεται φάρμακα, υγειονομικό υλικό, καύσιμα, τρόφιμα και υπηρεσίες, αλλά μεταφέρει μέρος του λογαριασμού στο μέλλον, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις να καλύψουν στο μεταξύ το χρηματοδοτικό κενό.

Η μεγαλύτερη πληγή εντοπίζεται στα δημόσια νοσοκομεία, τα οποία στο τέλος Ιουλίου χρωστούσαν 1,235 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 47% του συνόλου

Αυτό όμως που για τον προϋπολογισμό εμφανίζεται ως ληξιπρόθεσμη υποχρέωση, για τον ιδιώτη αποτελεί έναν απλήρωτο λογαριασμό. Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη αποδώσει τον ΦΠΑ, έχουν πληρώσει μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές και τους δικούς τους προμηθευτές, χωρίς να έχουν εισπράξει τα χρήματα που τους οφείλει το Δημόσιο. Όσο η πληρωμή καθυστερεί, αναγκάζονται είτε να χρησιμοποιήσουν τα διαθέσιμά τους είτε να προσφύγουν στον τραπεζικό δανεισμό, μετατρέποντας ουσιαστικά το κράτος σε δανειολήπτη χωρίς τόκο και τις ίδιες σε χρηματοδότες του.

Η μεγαλύτερη πληγή εντοπίζεται στα δημόσια νοσοκομεία, τα οποία στο τέλος Ιουλίου χρωστούσαν 1,235 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 47% του συνόλου. Παρά τη μείωση κατά 370 εκατ. ευρώ από τον Ιανουάριο, όταν οι οφειλές τους είχαν φτάσει στο 1,605 δισ., σχεδόν ένα στα δύο ευρώ των απλήρωτων υποχρεώσεων εξακολουθεί να προέρχεται από τον χώρο της Υγείας.

Πρόκειται για μια αγορά στην οποία οι προμηθευτές διαθέτουν περιορισμένη διαπραγματευτική δύναμη. Μια εταιρεία που προμηθεύει νοσοκομεία με φάρμακα, αναλώσιμα ή ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό δεν μπορεί εύκολα να διακόψει την τροφοδοσία, ούτε να συγκρουστεί με έναν πελάτη από τον οποίο εξαρτάται μεγάλο μέρος του τζίρου της. Έτσι, η καθυστέρηση μεταφέρεται στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων, περιορίζει το κεφάλαιο κίνησης και αναβάλλει επενδύσεις ή προσλήψεις, ενώ το κόστος γίνεται ακόμη βαρύτερο σε μια περίοδο ακριβού χρήματος.

Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι το συνολικό ποσό περιλαμβάνει clawback και rebate ύψους 1,478 δισ. ευρώ που δεν έχουν ακόμη συμψηφιστεί, περιορίζοντας τις καθαρές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις σε 1,168 δισ. ευρώ. Επισημαίνει ακόμη ότι οι οφειλές εμφανίζουν εποχικότητα και συνήθως μειώνονται προς το τέλος του έτους, καθώς επιταχύνονται οι πληρωμές των δημόσιων φορέων.

Η εξήγηση είναι λογιστικά σημαντική, δεν αρκεί όμως για να εξαφανίσει το οικονομικό πρόβλημα. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι συμψηφισμοί και να κλείσουν τα τιμολόγια, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να έχουν δεσμευμένη ρευστότητα και να αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα για τον χρόνο είσπραξης. Ακόμη και ο καθαρός λογαριασμός των 1,168 δισ. ευρώ αντιστοιχεί σε μια μεγάλη, αναγκαστική πίστωση της αγοράς προς το κράτος.

Το υπουργείο Οικονομικών καταγράφει ως ληξιπρόθεσμες τις υποχρεώσεις που παραμένουν ανεξόφλητες για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών μετά την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να πληρωθούν. Πρόκειται, επομένως, για το βαθύτερο και πιο προβληματικό τμήμα των εκκρεμοτήτων του Δημοσίου.

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει ότι οι δημόσιες αρχές πρέπει κανονικά να εξοφλούν τα τιμολόγιά τους μέσα σε 30 ημέρες, με την προθεσμία να μπορεί να φτάσει τις 60 ημέρες για τα δημόσια νοσοκομεία. Το γεγονός ότι οι ελληνικές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις καταγράφονται μετά τις 90 ημέρες σημαίνει ότι το επίσημο απόθεμα αφορά λογαριασμούς που έχουν ήδη υπερβεί ακόμη και το ανώτατο ευρωπαϊκό όριο.