Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο πίσω από τους αριθμούς - τι δείχνει η νέα έκθεση της ελστατ
Η γενική εικόνα είναι θετική, καθώς συνεχίζεται η αύξηση σε όλα τα βασικά οικονομικά μεγέθη. Συνεχίζεται όμως και η υπέρμετρη εξάρτηση από τις υπηρεσίες, έναντι των παραγωγικών επιχειρήσεων (βιομηχανία, μεταποίηση). Το εμπόριο, μαζί με τον τουρισμό (εστίαση-καταλύματα) εξακολουθούν να αποτελούν την ατμομηχανή της οικονομίας σε όρους απασχόλησης, τζίρου και συμβολής στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία. Αισθητή άνοδο τζίρου σημειώνει ο κατασκευαστικός τομέας, ενώ ο κλάδος του Real Estate είχε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση σε αριθμό επιχειρήσεων, Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία και αριθμό απασχολούμενων.
Οι οικονομολόγοι Νίκος Ρώμπαπας και Δημήτρης Λιάκος σχολιάζουν την έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, συνδέοντας τους οικονομικούς δείκτες των επιχειρήσεων με το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας.
Το 2024 δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα 966.366 επιχειρήσεις, σε βιομηχανία, κατασκευές, εμπόριο και υπηρεσίες, περίπου 32.000 περισσότερες από το 2023 (αύξηση 3,5%).
Ο τζίρος των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 27,3 δισ. σε τρέχουσες τιμές (6,5%), ξεπερνώντας τα 447,5 δισεκ. ευρώ. Η ονομαστική αύξηση του τζίρου υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό του ίδιου έτους (2,7% ο εθνικός ΔΤΚ και 3% ο εναρμονισμένος), αντικατοπτρίζοντας αύξηση της κατανάλωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2023 η αύξηση του τζίρου στο σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων ήταν μόλις 1,1%, όταν την ίδια χρονιά ο μέσος εναρμονισμένος πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 4,2%. Η αξία παραγωγής προσέγγισε τα 300,6 δισ. ευρώ, με αύξηση σχεδόν 10% σε τρέχουσες τιμές, ενώ η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία αυξήθηκε κατά 11,9%, στα 114 δισεκ. ευρώ.
Οι δαπάνες των επιχειρήσεων για αγορές αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο της δραστηριότητάς τους κατά το έτος 2024 ανήλθαν σε 352,4 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 6,2%, σχεδόν όσο και η αύξηση του τζίρου. Σημαντική σε ποσοστιαία βάση ήταν η αύξηση των επενδύσεων, σχεδόν κατά 25%, προσεγγίζοντας τα 21,3 δισ. ευρώ. Αύξηση παρουσιάζει και η παραγωγικότητα, σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας ανά απασχολούμενο, κατά 7,4% στο σύνολο της οικονομίας.
Πάνω από το 1/3 των επιχειρήσεων στην Ελλάδα δραστηριοποιείται στο εμπόριο (χονδρική-λιανική) και στις υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης. Μαζί με τις υπηρεσίες των μεταφορών – αποθήκευσης, αντιστοιχούν στο 50% της απασχόλησης.
Ο κλάδος του χονδρικού και του λιανικού εμπορίου έχει κατέγραψε τον υψηλότερο τζίρο, στα 167,7 δισεκατομμύρια ευρώ με ποσοστό 37,5% έναντι του συνόλου. Ο κλάδος με τη μεγαλύτερη αύξηση του τζίρου μεταξύ των ετών 2023-2024 ήταν οι κατασκευές με 24,1%, ενώ κανένας επιμέρους κλάδος δεν κατέγραψε μείωση. Το εμπόριο αποτέλεσε και τον κλάδο που συνεισέφερε τη μεγαλύτερη Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία στην οικονομία, με 22,3 δισεκατομμύρια ευρώ ή 19,6%, ενώ κατέχει τα πρωτεία και στην απασχόληση, με 846.889 απασχολούμενους (23,3%).
Ο οικονομολόγος Νίκος Ρώμπαπας, πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), χαρακτηρίζει ενθαρρυντικά τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τις αυξήσεις σε προστιθέμενη αξία, παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο και συνολικό τζίρο. Διευκρινίζει ωστόσο ότι καθώς πρόκειται για ονομαστικές αυξήσεις σε τρέχουσες τιμές, από τις οποίες δεν έχει αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο αυξήθηκε σε πραγματικούς όρους η παραγωγή.
Συσχετίζοντας τις στατιστικές για τη διάρθρωση των επιχειρήσεων με την πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ για το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας, προχωρά σε τέσσερις παρατηρήσεις:
Η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο είναι τεσσερισήμισι φορές υψηλότερη στις μεγάλες επιχειρήσεις από ό,τι στις πολύ μικρές. Η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στο μέγεθος, καθώς παίζουν ρόλο ο κλάδος και η ένταση κεφαλαίου. Δείχνει όμως ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η έλλειψη επιχειρήσεων, αλλά ότι ελάχιστες καταφέρνουν να επενδύσουν και να μεγαλώσουν.
