Πώς η δημογραφική κατάρρευση της ευρώπης συμπαρασύρει το κράτος πρόνοιας
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, τα ποσοστά γεννήσεων μειώνονται, οι πληθυσμοί γερνούν και όλο και λιγότεροι νέοι εισέρχονται στην αγορά εργασίας, καθιστώντας το δημογραφικό ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κυβερνήσεις.
Τα σύγχρονα κράτη πρόνοιας βασίζονται σε μια διαγενεακή συμφωνία: Οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις και την υγειονομική περίθαλψη των ηλικιωμένων, θεωρώντας δεδομένο ότι άλλοι θα κάνουν τελικά το ίδιο για αυτούς.
Αυτό έχει αναγκάσει τις κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν ένα όλο και πιο επείγον ερώτημα: Μπορούν να πείσουν τους πολίτες να κάνουν περισσότερα παιδιά και, αν όχι, μπορεί η μετανάστευση να αποτρέψει την κατάρρευση της δημογραφικής ισορροπίας;
Για να παραμείνει ένας πληθυσμός σταθερός με την πάροδο του χρόνου χωρίς μετανάστευση, οι γυναίκες πρέπει να έχουν κατά μέσο όρο περίπου 2,1 παιδιά.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, τα οποία επικαλείται το Politico, ο δείκτης γονιμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης – δηλαδή, ο μέσος αριθμός παιδιών που αναμένεται να αποκτήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της – μειώθηκε σε 1,34 το 2024.
Στην Ισπανία, όπου ο δείκτης αυτός είναι ο χαμηλότερος μεταξύ των μεγάλων χωρών της ηπείρου, ήταν 1,1 και συνεχίζει να μειώνεται.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ελαφρώς λιγότερο εκτεθειμένες. Ο δείκτης γονιμότητάς τους, που για πολύ καιρό ήταν υψηλότερος από αυτόν της Ευρώπης, έχει επίσης πέσει αρκετά κάτω από το επίπεδο ανανέωσης του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, έπεσε στο 1,6 το 2024.
Για πολύ καιρό, η πτώση των ποσοστών γεννήσεων δεν αντιμετωπίστηκε ως επείγον πρόβλημα. Άλλωστε, οι επιπτώσεις της χρειάζονται δεκαετίες για να γίνουν ορατές: η μείωση των γεννήσεων δεν μετατρέπεται σε έλλειψη εργατικού δυναμικού παρά μόνο περίπου μια γενιά αργότερα.
Όταν τα σχολεία αδειάσουν και τα συνταξιοδοτικά συστήματα αρχίσουν να πιέζονται, η δημογραφική πορεία έχει ήδη καθοριστεί.
Η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες φαινόταν επίσης λιγότερο ευάλωτες σε σύγκριση με περιοχές της Ανατολικής Ασίας. Η Ταϊβάν, το Χονγκ Κονγκ και η Σιγκαπούρη ήδη αντιμετωπίζουν ποσοστά γονιμότητας κάτω από ένα παιδί ανά γυναίκα.
