Το ινστιτούτο τσίπρα «σβήνει» το «success story» της κυβέρνησης για το ταμείο ανάκαμψης
Στο μικροσκόπιο του Ινστιτούτου Τσίπρα (ΙΝΑΤ) βρέθηκε το κυβερνητικό αφήγημα περί παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε από 20,3 δισ. ευρώ ή 11% του ΑΕΠ το 2019 σε 41,9 δισ. ευρώ ή 16,9% το 2025. Η άνοδος είναι υπαρκτή, αλλά η Ελλάδα παραμένει στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η στατιστική καταγράφει τη διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίου. Η πολιτική οφείλει να διακρίνει μια νέα παραγωγική επένδυση από μια νέα εταιρική διεύθυνση.
Παραθέτει επιπλέον στοιχεία: Στον επιχειρηματικό μη αγροτικό τομέα, το 2023 κάθε απασχολούμενος στην Ελλάδα παρήγαγε αξία 29,3 χιλ. ευρώ, έναντι 64,5 χιλ. ευρώ στην ΕΕ. Μόλις το 45% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η απόσταση διαφοροποιείται ανά κλάδο. Η ελληνική παραγωγικότητα αντιστοιχεί στο 71% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στις μεταφορές και την αποθήκευση, στο 56% στη μεταποίηση, στο 46% στο εμπόριο και στο 43% στην εστίαση και τα καταλύματα. Ένας εργαζόμενος στη μεταποίηση παράγει κατά μέσο όρο αξία 45,6 χιλ. ευρώ, ενώ στην εστίαση και στα καταλύματα 12,1 χιλ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, την περίοδο 2021–2025 η απασχόληση στη μεταποίηση αυξήθηκε κατά 7,6%, έναντι 23,1% στην εστίαση και τα καταλύματα.
Το κρίσιμο όμως εδώ δεν είναι μόνο η ώθηση που δημιούργησαν όσο βρίσκονταν σε ροή. Είναι τι θα μείνει όταν η χρηματοδότηση ολοκληρωθεί.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση καθώς το Ταμείο εκπνέει, ενώ τα πρόσφατα τριμηνιαία στοιχεία δείχνουν ήδη τον ασθενέστερο ρυθμό από το 2023. Το κράτος και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβαν μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης και του κινδύνου. Το αποτέλεσμα παρουσιάζεται, παρ’ όλα αυτά, σαν να προέκυψε από μια αγορά που μετασχημάτισε μόνη της την οικονομία.
Η πολυσέλιδη ανάλυση του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα που υπογράφουν η Ευγενία Φωτονιάτα (Συντονίστρια Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ) και ο Βαγγέλης Κανούλας, (Καθηγητής ΤΝ στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ) καταλήγει:
