Το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στα προ κρίσης επίπεδα - η  επούλωση των πληγών και το μακρινό 2034

Το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στα προ κρίσης επίπεδα - η επούλωση των πληγών και το μακρινό 2034

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Η οικονομική έκθεση αναλύει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Παρά τη θετική πορεία, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο από τα επίπεδα προ της κρίσης χρέους, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο συνεχίζει να παρουσιάζει ελλείμματα

Με βάση τους παρόντες ρυθμούς μεγέθυνσης, η πλήρης επούλωση αυτού του κενού και η ολική επαναφορά στα προ κρίσης επίπεδα παραπέμπεται στο μακρινό πρώτο τρίμηνο του 2034. Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει το τεράστιο βάθος της οικονομικής ύφεσης που μεσολάβησε, αλλά και την επιτακτική ανάγκη για επιτάχυνση των δομικών μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Στην προσέγγιση της δαπάνης, ο βασικός στυλοβάτης της ανάπτυξης παρέμειναν οι επενδύσεις παγίων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 6,1% σε ετήσια βάση. Αν και ο ρυθμός αυτός συνιστά επιβράδυνση σε σύγκριση με το προηγούμενο διάστημα, η συνεχής άνοδος των επενδύσεων συμβάλλει καθοριστικά στην αναπλήρωση του χαμένου κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας. Παρά ταύτα, το χάσμα με την Ευρώπη παραμένει υπαρκτό: οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώνονται κοντά στο 21,3%, έναντι 21,5% στην ΕΕ-27, καθιστώντας αναγκαία τη διατήρηση υψηλών επενδυτικών ροών για την επίτευξη ουσιαστικής παραγωγικής σύγκλισης.

Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση κατέγραψε άνοδο 1,7%, υποστηριζόμενη από τη σταδιακή ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και τη μείωση της ανεργίας, ενώ η δημόσια κατανάλωση σημείωσε ηπιότερη αύξηση 1,0%.

Πίσω από τη θετική επικεφαλίδα του +1,9% κρύβονται σημαντικές ανισορροπίες, με κυριότερη την αρνητική συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η πιο ανησυχητική εξέλιξη του δεύτερου τριμήνου αφορά τις καθαρές εξαγωγές υπηρεσιών, οι οποίες κατέγραψαν πτώση -3,6%, αφαιρώντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες από τον συνολικό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.

Η κάμψη αυτή αποδίδεται κυρίως στη στασιμότητα ή τη μερική υποχώρηση των τουριστικών εισπράξεων και των ναυτιλιακών εσόδων, τομείς που παραδοσιακά αποτελούν τις αιχμές του δόρατος για την ελληνική οικονομία.

Αντίθετα, οι καθαρές εξαγωγές αγαθών βελτιώθηκαν κατά -4,7% (συγκριτικά με τις εισαγωγές), προσφέροντας θετική συνεισφορά +0,5 ποσοστιαίων μονάδων στο ΑΕΠ, εξαιτίας της συγκράτησης των εισαγωγών βιομηχανικών πρώτων υλών και της ενίσχυσης ορισμένων εξαγωγικών κλάδων της μεταποίησης.

Στην προσέγγιση της παραγωγής, η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση (από 1,7% το πρώτο τρίμηνο), υποδηλώνοντας μια οριακή αλλά σαφή επιβράδυνση της παραγωγικής δραστηριότητας στους τομείς της μεταποίησης και των κατασκευών.

Οι εκτιμήσεις της Eurobank ευθυγραμμίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις προβλέψεις των διεθνών οικονομικών οργανισμών, οι οποίοι βλέπουν διατήρηση της ανάπτυξης τα αμέσως επόμενα έτη, αλλά με εμφανή τάση αποκλιμάκωσης προς τη δυνητική ανάπτυξη της χώρας:

Το πλέον κρίσιμο στοιχείο, παρόλα αυτά, αφορά τη μακροπρόθεσμη προοπτική. Σύμφωνα με την έκθεση, ο μέσος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας δεν προβλέπεται να ξεπερνά το 1,5%. Αυτή η δομική επιβράδυνση σχετίζεται άμεσα με τις δημογραφικές προκλήσεις, τη γήρανση του πληθυσμού, τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και το έλλειμμα παραγωγικότητας που εξακολουθεί να υφίσταται σε σχέση με τις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.