←
Πώς οι μεμονωμένες αποφάσεις για το ντίζελ κατακερματίζουν την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια

Πώς οι μεμονωμένες αποφάσεις για το ντίζελ κατακερματίζουν την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Οταν οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και εξαγωγέα ντίζελ στον κόσμο ισχυρίζονται ότι έχουν τόσο μεγάλη έλλειψη καυσίμου ώστε να εξετάζουν το ενδεχόμενο απαγόρευσης εξαγωγών, μοιάζει με ειρωνεία. Μάλιστα, ο Ντόναλντ Τραμπ, το πήγε ακόμα παραπέρα, ασκώντας πίεση προς τους εταίρους της G7 να επισπεύσουν την απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων, και από εκεί στη μονομερή χαλάρωση των κυρώσεων για το ρωσικό ντίζελ με αντάλλαγμα την υπόσχεση πρόσθετων εξαγωγών προς την παγκόσμια αγορά. Αυτή η αλληλουχία κινήσεων από τις ΗΠΑ είναι ενδεικτική της γενικευμένης ενεργειακής κρίσης που δεν εξαιρεί κανέναν.

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι αν αυτές οι πολιτικές λειτουργούν για την αμερικανική κυβέρνηση η οποία τελεί υπό την πίεση της αγανάκτησης των αμερικανών καταναλωτών λόγω της εκτόξευσης των τιμών του ντίζελ εν μέσω προεκλογικής περιόδου. Το πρόβλημα είναι η ζημιά που προκαλούν στην ενεργειακή ασφάλεια και στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.

Ξεκινώντας από την απαγόρευση εξαγωγών, ο αναλυτής σημειώνει ότι κάτι τέτοιο δεν θα έβλαπτε την αμερικανική οικονομία. Αντιθέτως, θα μπορούσε όντως να λειτουργήσει. Και σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αποβεί τρομακτικό. Διότι, μια τέτοια κίνηση θα μείωνε πράγματι τις βραχυπρόθεσμες τιμές στις ΗΠΑ και θα τις αύξανε στο εξωτερικό.

Η απάντηση που δίνει ο ίδιος είναι πως η αφθονία, η ιδιοκτησία ή ο έλεγχος δεν αρκούν για να διασφαλίσουν την ενεργειακή ασφάλεια. Προς τούτο, τονίζει, απαιτεί δυνατότητα επιλογής. Με απλά λόγια, δεν φτάνει απλώς να έχεις κάτι, αλλά χρειάζεται να έχεις την ικανότητα να το αντικαθιστάς όταν προκύπτει ανάγκη.

Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να δοκιμάζει σκληρά και παρατεταμένα τις αντοχές. Τα σοκ προσφοράς έχουν εξομαλυνθεί από ένα πλέγμα εναλλακτικών λύσεων που περιλαμβάνουν τα αποθέματα, την αναδρομολόγηση των ροών, την αναδιαμόρφωση της δυναμικότητας, την υποκατάσταση καυσίμων και τη μείωση της ζήτησης.

Επικαλούμενος τη θεωρία του Άνταμ Σμιθ ότι οι μεγάλες αγορές δημιουργούν πλούτο μέσω εξειδίκευσης, ο Christof Rüel διατυπώνει μια άλλη άποψη, ως άλλη όψη του νομίσματος. Και αυτή, λέει, είναι ότι δημιουργούν ανθεκτικότητα παράγοντας εναλλακτικές λύσεις και ευκαιρίες υποκατάστασης σε στιγμές κρίσης με την ενέργεια να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς οι αγορές της είναι ευέλικτες και παγκόσμιας εμβέλειας.

Ωστόσο, τονίζει, οι δεσμοί -που θεωρούνταν για χρόνια δεδομένοι- οι οποίοι προστάτευαν την ενεργειακή ασφάλεια και την οικονομία συνολικά, ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται πλέον με πολιτικά διατάγματα και όχι με αποφάσεις της αγοράς.

Αυτές οι πολιτικές αποφάσεις, προειδοποιεί, υπονομεύουν προμήθειες που εξακολουθούν να υπόκεινται στους κανόνες της αγοράς. Όπως εξηγεί ο ίδιος, δεν πρόκειται μόνο για τη συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας, καθώς την ίδια ημέρα που ανακοινώθηκε αυτή η Κίνα έλαβε από τη δική της πλευρά μια διοικητική απόφαση να χαλαρώσει ξανά τις εξαγωγές ντίζελ. Την ίδια στιγμή, η διυλιστική ικανότητα στη Ρωσία και στη Σαουδική Αραβία παραμένει υπό απειλή.

Η περίπτωση του ντίζελ είναι απλώς ένα παράδειγμα του πόσο κεντρική έχει γίνει η χρήση της οικονομικής πολιτικής για στρατηγικούς και γεωπολιτικούς σκοπούς από την αμερικανική κυβέρνηση. Το πρόβλημα με μια τέτοια μεμονωμένη γεωοικονομική πολιτική δεν είναι ότι θα γυρίζει πάντα μπούμερανγκ σε εκείνον που την ασκεί, αλλά ότι ορισμένες φορές θα πετυχαίνει, κυρίως για τα μεγάλα και ισχυρά έθνη. Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο διασποράς καθώς άλλες χώρες ενδέχεται να ανταποδώσουν με παρόμοια μέτρα, επιταχύνοντας τον παγκόσμιο κατακερματισμό, προειδοποιεί ο αναλυτής.

Και εξηγεί: καθώς το παγκόσμιο ενεργειακό δίκτυο γίνεται λιγότερο προσβάσιμο, οι μικρότεροι παίκτες θα θεωρούν λογικό και επόμενο να προφυλαχθούν, βασιζόμενοι περισσότερο στα εθνικά αποθέματα, στις διμερείς διαπραγματεύσεις και στις δαπανηρές προσπάθειες αυτάρκειας. Αλλά αυτό που φαίνεται ορθολογικό για τα μεμονωμένα κράτη θα αποδυναμώσει επίσης τη συλλογική ασφάλεια περιορίζοντας τη δυνατότητα συλλογικών εναλλακτικών επιλογών.