Νόμος κατσέλη: ο λόγος που η moody's δεν ανησυχεί για το κόστος στις τράπεζες

Νόμος κατσέλη: ο λόγος που η moody's δεν ανησυχεί για το κόστος στις τράπεζες

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Διαχειρίσιμο χαρακτηρίζει η Moody’s το κόστος που θα προκύψει για τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες από τον επανυπολογισμό των τόκων στα στεγαστικά δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί βάσει του νόμου Κατσέλη (3869/2010), εκτιμώντας ότι η εξέλιξη αυτή δεν μεταβάλλει την αξιολόγησή της για τα πιστωτικά τους προφίλ, τη φερεγγυότητα ή την πορεία της κερδοφορίας τους.

Όπως αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης, στις 24 Ιουνίου η ελληνική Βουλή επικύρωσε νομοθετική τροποποίηση όπως αναφέρεται την οποία οι τόκοι στα στεγαστικά δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί βάσει του νόμου Κατσέλη θα υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης που έχει ορίσει το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Η διάταξη έχει αναδρομική ισχύ και προβλέπει ότι οι τόκοι που έχουν καταβληθεί επιπλέον από συνεπείς δανειολήπτες θα λογίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου, μειώνοντας το εναπομένον υπόλοιπο και συντομεύοντας τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου. Η επικύρωση ακολούθησε σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου τον περασμένο Φεβρουάριο.

Η Moody’s σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, το συνολικό κόστος για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank, ανέρχεται περίπου στα 700 εκατ. ευρώ.

Από το ποσό αυτό, περίπου 500 εκατ. ευρώ αφορούν μελλοντικά έσοδα από τόκους που δεν θα εισπραχθούν σε χαρτοφυλάκιο αναδιαρθρωμένων στεγαστικών δανείων ύψους περίπου 16,5 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 20ετίας, ενώ τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ σχετίζονται με την αναδρομική αναγνώριση των τόκων που καταβλήθηκαν επιπλέον από τους δανειολήπτες.

Το υπόλοιπο κόστος των 200 εκατ. ευρώ θα επιμεριστεί περίπου ισόποσα μεταξύ των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), χωρίς δημοσιονομική επιβάρυνση για το ελληνικό Δημόσιο.

Η Moody’s εκτιμά ότι οι τέσσερις τράπεζες θα σχηματίσουν πρόσθετες εφάπαξ προβλέψεις στα οικονομικά αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2026, προκειμένου να καλύψουν το μερίδιό τους στο κόστος. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η επίπτωση είναι περιορισμένη σε σχέση με τα συνολικά προ προβλέψεων έσοδά τους, τα οποία ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2025.

Παράλληλα, ο οίκος υπογραμμίζει ότι οι επιβαρύνσεις μπορούν να καλυφθούν από τις υφιστάμενες διοικητικές προβλέψεις και παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα διαθέσιμα κεφαλαιακά περιθώρια των τραπεζών έναντι των εποπτικών απαιτήσεων (SREP). Τον Μάρτιο του 2026, οι δείκτες κεφαλαίων κοινών μετοχών της κατηγορίας CET1 κυμαίνονταν μεταξύ 13% και 17%, επίπεδα που, σύμφωνα με τη Moody’s, επιτρέπουν την άνετη απορρόφηση μιας τέτοιας εφάπαξ επιβάρυνσης.

Παρά τη θετική αξιολόγηση, η Moody’s επισημαίνει ότι θα παρακολουθεί στενά τρεις πιθανούς κινδύνους

Δεύτερον, η έκθεση που διατηρούν οι τράπεζες στις συγκεκριμένες τιτλοποιήσεις αφορά κυρίως ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας με κρατική εγγύηση, γεγονός που τις προστατεύει από την οικονομική ζημία που απορροφάται πλέον σε επίπεδο HAPS, ενώ ο μεγαλύτερος κίνδυνος ταμειακών ροών βαρύνει τους επενδυτές που κατέχουν τις μεσαίας και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ομολογίες.

Τρίτον, η αναδρομική ευθύνη των τραπεζών περιορίζεται στην περίοδο από τον Αύγουστο του 2010 έως την ημερομηνία τιτλοποίησης των δανείων, δηλαδή σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα δάνεια παρέμεναν στους ισολογισμούς τους.