Χωρίς πυξίδα η γερμανική οικονομία: δεν πάσχει μόνο από χαμηλή ανάπτυξη
Παρόλα αυτά, όπως παρατηρεί ο Μπόφινγκερ, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν έχει περάσει από τα λόγια στα έργα, αλλά έχει ανακοινώσει μέτρα που δεν λύνουν το πρόβλημα στη ρίζα του.
Σημαντικό παράγοντα για την αισιοδοξία του καγκελαρίου αποτέλεσαν οι προτάσεις της Επιτροπής για το Συνταξιοδοτικό (Alterssicherungskommission), η οποία συστάθηκε από την κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2025 και στην οποία συμμετείχε και ο καθηγητής.
Οι σημαντικότερες προτάσεις ήταν η καθιέρωση υποχρεωτικής εισφοράς ύψους 2% των μισθών σε κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο, κατά το σουηδικό πρότυπο, η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 67 έτη το 2031 στα 67,5 έτη το 2041, καθώς και ο περιορισμός των ευνοϊκών όρων πρόωρης συνταξιοδότησης κατά δύο χρόνια για εργαζομένους με 45 έτη εισφορών.
Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο ίδιος, οι προτάσεις της επιτροπής θα αρχίσουν να αποδίδουν κυρίως κατά τις δεκαετίες του 2030 και του 2040, όταν θα αρχίσουν να αποδίδουν οι επενδύσεις του νέου συνταξιοδοτικού κεφαλαίου.
Βραχυπρόθεσμα, όμως, οι υποχρεωτικές εισφορές για τη δημιουργία αυτού του κεφαλαίου θα επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα, η οποία ήδη πιέζεται από την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, ιδιαίτερα το 2028.
Το επόμενο μέτρο, του οποίου την ωφέλεια αμφισβητεί ο Μπόφινγκερ είναι η κατάργηση των τηλεφωνικών ιατρικών βεβαιώσεων ασθενείας. Προκειμένου να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της αυθαίρετης δήλωσης υψηλών αναρρωτικών αδειών οι εργαζόμενοι θα πρέπει να προσκομίζουν πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία από την πρώτη ημέρα της ασθένειας, όχι τηλεφωνικά. Ένα τέτοιο μέτρο όμως θα αυξήσει τη γραφειοκρατία, η οποία θεωρείται ήδη ένα από τα βασικά εμπόδια στην ανάπτυξη — κάτι που το ίδιο το πρόγραμμα υπόσχεται να περιορίσει.
Ο γερμανός καθηγητής βλέπει με απαισιοδοξία ότι η Γερμανία δεν επενδύει ούτε σε τεχνολογία ούτε σε βιομηχανία, με τις πιστώσεις για έρευνα και ανάπτυξη να ανέρχονται μόλις σε 1,7 δισ. ευρώ, από το ακόμη πιο ανεπαρκές 1,1 δισ. ευρώ του 2026.
Δεν κρύβει την απογοήτευσή του που για το κυρίαρχο ρεύμα των γερμανών οικονομολόγων αυτή η απουσία στρατηγικής δεν φαίνεται να αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα.
Οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές ενδέχεται να δημιουργήσουν κάποια ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να πορεύεται χωρίς σαφές όραμα για το μέλλον της. Οι οικονομολόγοι που δίνουν προτεραιότητα στις δυνάμεις της αγοράς εξακολουθούν να πιστεύουν ότι αυτός είναι ο σωστός δρόμος.
