←
Φορολογική επιβάρυνση: παραμένει στα ύψη του 2019, παρά τη μείωση συντελεστών

Φορολογική επιβάρυνση: παραμένει στα ύψη του 2019, παρά τη μείωση συντελεστών

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Παρά τις διαδοχικές φορολογικές ελαφρύνσεις που προβάλλει η κυβέρνηση, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει την ίδια συνολική φορολογική επιβάρυνση με το 2019, αισθητά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το κράτος εισπράττει σχεδόν 27 δισ. ευρώ περισσότερα, οι έμμεσοι φόροι στην κατανάλωση  – και μάλιστα σε βασικά αγαθά – είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, ενώ οι δαπάνες για υγεία, παιδεία και οικογένειες παραμένουν πίσω από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές.

Μια αποκαλυπτική εικόνα για το πόσα χρήματα συγκεντρώνει το ελληνικό κράτος και πού επιλέγει να τα διαθέσει παρουσιάζει η νέα ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat.

Η μελέτη, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας και ο επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνος Σαραβάκος, αναδεικνύει μια βασική αντίφαση της οικονομικής πολιτικής: οι φορολογικοί συντελεστές μειώθηκαν, αλλά το συνολικό μερίδιο της οικονομίας που εισπράττει το κράτος από φόρους και εισφορές δεν περιορίστηκε.  Την ίδια στιγμή, η κατανομή των δημόσιων δαπανών δημιουργεί ερωτήματα για τις προτεραιότητες της κρατικής πολιτικής.

Σύμφωνα με την ανάλυση, το 2025 τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές αντιστοιχούσαν στο 41,3% του ΑΕΠ, ακριβώς όσο και το 2019. Ο μέσος όρος των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 37,9%.

Η διαφορά των 3,4 ποσοστιαίων μονάδων δεν είναι συγκυριακή. Σε ολόκληρη την εξαετία η Ελλάδα παρέμεινε πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τη μεγαλύτερη απόκλιση να καταγράφεται το 2022, όταν η επιβάρυνση έφτασε στο 42,8% του ΑΕΠ.

Σε πραγματικά ποσά, τα φορολογικά έσοδα και οι εισφορές αυξήθηκαν από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025. Δηλαδή, 26,8 δισ. ευρώ περισσότερα, αύξηση περίπου 35% σε ονομαστικές τιμές.

Η αύξηση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογούμενος πληρώνει 35% περισσότερα. Αποτυπώνει, ωστόσο, τη σημαντική ενίσχυση των κρατικών εισπράξεων.

Ενδεικτικό είναι ότι, από τις 27 χώρες της ΕΕ, οι 16 αύξησαν τη φορολογική τους επιβάρυνση μεταξύ 2019 και 2025, οι δέκα τη μείωσαν και η Ελλάδα ήταν η μοναδική όπου παρέμεινε ακριβώς αμετάβλητη.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ελληνικής φορολογίας βρίσκεται στις καθημερινές αγορές.  Οι έμμεσοι φόροι, που επιβαρύνουν αγαθά και υπηρεσίες, αποφέρουν έσοδα ίσα με το 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% στην ΕΕ. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των 27 χωρών. Μόνο ο ΦΠΑ αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 7,2%.

Πρόκειται για μια επιλογή με ιδιαίτερη κοινωνική βαρύτητα. Ο ΦΠΑ στην ίδια αγορά είναι ίδιος για όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους. Ωστόσο, επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο ένα νοικοκυριό που διαθέτει σχεδόν ολόκληρο τον μισθό του για βασικές ανάγκες. Αντίθετα, τα έσοδα από άμεσους φόρους στην Ελλάδα βρίσκονται στο 11% του ΑΕΠ, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 12,2%. Οι κοινωνικές εισφορές φτάνουν στο 13%, έναντι 12,1%.  Η εικόνα δείχνει μια οικονομία στην οποία η κατανάλωση αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πηγή κρατικών εσόδων.