Πού αυξήθηκε και πού μειώθηκε η απασχόληση - στο εμπόριο η μία στις δύο νέες θέσεις εργασίας
Θετικός ήταν ο απολογισμός για την απασχόληση στην Ελλάδα το 2025, όπως αποτυπώνεται στη σχετική μελέτη της εταιρείας ερευνών ICAP-CRIF. Ο αριθμός των απασχολούμενων αυξήθηκε κατά 1,5% ή κατά 63.700 άτομα.
Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,9%, από 10,1% το 2024, ενώ για πρώτη φορά από το 2009 είχαμε μονοψήφια καταγεγραμμένη ανεργία. Υπενθυμίζουμε παρόλα αυτά ότι η ΔΥΠΑ καταγράφει σχεδόν τους διπλάσιους ανέργους από ό,τι η ΕΛΣΤΑΤ, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό.
Ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης σημείωσε ελαφρά κάμψη σε σύγκριση με το 2024, παραμένει όμως κατά μέσο όρο σταθερός σε επίπεδο διετίας. Η μεγαλύτερη αύξηση της απασχόλησης είχε σημειωθεί το 2022, κατά 5,4%, αφού η αγορά εργασίας ανέκαμπτε, μετά τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν λόγω της πανδημίας.
Στον αντίποδα, η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα (γεωργία-δασκομία-αλιεία), εξακολουθεί να συρρικνώνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Μεταξύ δ’ τριμήνου του 2024 και δ’ τριμήνου του 2025, χάθηκαν σχεδόν 77.000 θέσεις εργασίας στον κλάδο ή 70.000 στον μέσο όρο και των τεσσάρων τριμήνων, πληθυσμός που αντιστοιχεί σε μια πόλη όσο η Καλαμάτα.
Ένας άλλος κλάδος που αιμορραγεί είναι η υγεία και η φροντίδας (δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας), με μείωση 6.200 θέσεων εργασίας.
Το 2025, στο σύνολο της αγοράς εργασίας 13 από τους συνολικά 21 ευρύτερους κλάδους της οικονομίας παρουσίασαν αύξηση της απασχόλησης το δ’ τρίμηνο του 2025. Ο αντίστοιχος αριθμός το δ’ τρίμηνο του 2024 ήταν 14.
Αναφορικά με την κατηγορία απασχόλησης, οι μισθωτοί καλύπτουν το σημαντικά υψηλότερο ποσοστό του συνόλου των απασχολουμένων, το οποίο διαμορφώθηκε το 2025 σε 72,5%.
Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων πέντε ετών, όταν οι μισθωτοί ήταν μεταξύ του 68%-70% του συνόλου των απασχολούμενων.
Παρά την αύξηση της μισθωτής εργασίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων στην Ευρώπη, με 25% επί του συνόλου της απασχόλησης, έναντι 14% του μέσου όρου της ΕΕ. Ωστόσο σε βάθος δεκαετίας, τα ποσοστά των αυτοαπασχολούμενων βαίνουν καθοδικά, με μείωση 20%.
Μέσα στο 2025, η διείσδυση των γυναικών στην αγορά εργασίας αυξήθηκε με μέσο ρυθμό 2,6%, σε σύγκριση με το 2025. Το αντίστοιχο ποσοστό αύξησης της απασχόλησης για τους άντρες ήταν μόλις 0,5%. Η διαφορά αυτή όμως οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
