Ο πληθωρισμός «τσάκισε» την αγοραστική δύναμη - ποιες χώρες διατήρησαν καλύτερα την αξία του χρήματος
Ο πληθωρισμός υπήρξε η μεγαλύτερη οικονομική πρόκληση των τελευταίων ετών, συρρικνώνοντας σταθερά το πραγματικό εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών διεθνώς. Ενώ ορισμένες χώρες κατάφεραν να θωρακίσουν την αξία του νομίσματός τους μέσα από αποτελεσματικές πολιτικές, πολλά κράτη υπέστησαν σοβαρές αναταράξεις. Στην Ελλάδα, η έξαρση των τιμών σε βασικά αγαθά και ενέργεια άσκησε έντονη πίεση στους ήδη επιβαραρυμένους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, δοκιμάζοντας την αντοχή των πραγματικών εισοδημάτων.
H παγκόσμια πληθωριστική κρίση της περιόδου 2019–2026. Η κλειστή ομάδα χωρών, όπως η Ελβετία, που επέδειξαν αξιοσημείωτη αντοχή και η δυσμενής θέση της Ελλάδας, η οποία καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το πραγματικό εισόδημα
Η πανδημία COVID-19, οι διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και η οξεία ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία πυροδότησαν ένα από τα πιο ισχυρά πληθωριστικά κύματα των τελευταίων δεκαετιών. Για εκατομμύρια νοικοκυριά παγκοσμίως, η συνέπεια δεν ήταν απλώς μια στατιστική άνοδος του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, αλλά μια ουσιαστική και επίμονη διάβρωση της αγοραστικής τους δύναμης. Τα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό ή στο πορτοφόλι έχασαν αξιοσημείωτο μέρος της πραγματικής τους αξίας μέσα σε λίγα χρόνια.
Ωστόσο, η ένταση του πληθωριστικού πλήγματος δεν υπήρξε ομοιόμορφη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και σχετικές αναλύσεις για τη σωρευτική επιβάρυνση από τα τέλη του 2019, που επεξεργάστηκε το visualcapitalist, καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Συγκεκριμένα, υπάρχει μια κλειστή ομάδα οκτώ κρατών που κατάφεραν να συγκρατήσουν τις απώλειες της αγοραστικής δύναμης σε επίπεδα χαμηλότερα του 17%:
Η Ελβετία αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση. Με ένα παραδοσιακά ισχυρό εγχώριο νόμισμα (ελβετικό φράγκο), χαμηλή εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα για την ηλεκτροπαραγωγή και αυστηρά ελεγχόμενες τιμές βασικών αγαθών, κατάφερε να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 2019–2026.
Στη Γαλλία και τη Δανία, οι κρατικές παρεμβάσεις και τα εκτεταμένα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης, όπως τα πλαφόν στις τιμές ενέργειας, λειτούργησαν ως ανάχωμα για τους καταναλωτές.
Για τους Αμερικανούς, αυτή η πτώση εξηγεί εν μέρει γιατί το κόστος διαβίωσης παραμένει υψηλό, ακόμη και τώρα που ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει. Οι αυξήσεις των μισθών έχουν αντισταθμίσει εν μέρει τις επιπτώσεις, αλλά η επιβράδυνση του πληθωρισμού δεν αναστρέφει τις προηγούμενες αυξήσεις των τιμών.
Ακόμη χειρότερη ήταν η κατάσταση σε πάνω από εννέα χώρες του ΟΟΣΑ (όπως η Λετονία, η Λιθουανία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Κολομβία και η Χιλή), όπου η αγοραστική δύναμη μειώθηκε κατά περισσότερο από 30%. Στις χώρες αυτές, ο συνδυασμός της άμεσης έκθεσης στην εισαγόμενη ενεργειακή κρίση και των απότομων νομισματικών αναπροσαρμογών αποδείχθηκε καταστροφικός για την πραγματική αξία του χρήματος.
Η πραγματική αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται στην προτελευταία θέση της ΕΕ (μαζί με τη Βουλγαρία). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPP) ανήλθε στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025, πράγμα που σημαίνει ότι ένας μέσος κάτοικος στην Ελλάδα μπορεί να αγοράσει 32% λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες από τον μέσο Ευρωπαίο.
