Η πολιτική της ανασφάλειας: πώς η εργασιακή απογοήτευση επηρεάζει την εκλογική συμπεριφορά

Η πολιτική της ανασφάλειας: πώς η εργασιακή απογοήτευση επηρεάζει την εκλογική συμπεριφορά

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Η οικονομική ανασφάλεια και η εργασιακή απογοήτευση είναι οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στην άνοδο λαϊκιστικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη την τελευταία δεκαετία, υποστηρίζει νέα έρευνα του πανεπιστημίου του Cambridge.

Η μελέτη, την οποία υπογράφει η κοινωνική επιστήμονας δρ Lorenza Antonucci και η ερευνητική της ομάδα, βασίζεται σε δεδομένα από περισσότερους από 75.000 ψηφοφόρους, σε δέκα ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ 2015 και 2018. Πρόκειται για την περίοδο που το κύμα του πολιτικού λαϊκισμού, όπως το αντιλαμβάνονται οι ερευνητές, σάρωσε τη γηραιά ήπειρο: από το βρετανικό δημοψήφισμα για το Brexit, μέχρι την άνοδο στην εξουσία του εθνικιστικού κόμματος  PiS (Nόμος και Τάξη) στην Πολωνία και την είσοδο του ακροδεξιού AfD στη γερμανική Bundestag.

Ωστόσο, η έρευνα της Antonucci δείχνει  ότι σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες, οι εργαζόμενοι που ένιωθαν όλο και πιο έντονη οικονομική αβεβαιότητα και εργασιακή δυσαρέσκεια ήταν αντίστοιχα πιο επιρρεπείς να ψηφίσουν λαϊκιστικά κόμματα. Επίσης η ίδια έρευνα έδειξε ότι οι άντρες ψηφοφόροι που είναι απογοητευμένοι με την εργασιακή τους κατάσταση είναι πιο πιθανό να στραφούν στη ριζοσπαστική δεξιά.

Τα αισθήματα οικονομικής ανασφάλειας, ανεξαρτήτως εισοδήματος, από το άγχος για τους λογαριασμούς μέχρι την αδυναμία να καλύψουν απρόβλεπτα έξοδα, αναδείχθηκαν μακράν ως ο ισχυρότερος προβλεπτικός παράγοντας τόσο για μια αντισυστημική στάση όσο και για την ψήφο σε λαϊκιστικά κόμματα, δεξιάς και αριστερής απόχρωσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η ερευνήτρια, η αυξημένη οικονομική ανησυχία σχετίστηκε με άνοδο έως 17 με 20 ποσοστιαίες μονάδες στην πιθανότητα λαϊκιστικής ψήφου στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Σουηδία το 2018, σε σύγκριση με όσους ένιωθαν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια.

Στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία η αντίστοιχη επίδραση κυμάνθηκε μεταξύ 4 και 10 ποσοστιαίων μονάδων. Παράλληλα, η γενικότερη δυσαρέσκεια από την ποιότητα της εργασίας συνδέθηκε με αυξημένη λαϊκιστική ψήφο στις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, με την επίδραση να φτάνει τις 12 ποσοστιαίες μονάδες.

Η Antonucci επισημαίνει πως τα κομματικά συστήματα στην Ευρώπη είναι ιδιαίτερα κατακερματισμένα και πολλές εθνικές εκλογές κρίνονται από πολύ μικρότερες μετατοπίσεις ψήφου από αυτές που κατέγραψε η έρευνά της για τα ριζοσπαστικά κόμματα στο αποκορύφωμα του λαϊκιστικού κύματος.

Η ερευνήτρια υποστηρίζει ότι η κρίση κόστους ζωής αντιμετωπίζεται συνήθως ως μεταπανδημικό σοκ, ενώ στην πραγματικότητα έχει τις ρίζες της πολύ νωρίτερα, στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάσωση των τραπεζών.

Ξεχωριστό σκέλος της έρευνας, βασισμένο σε στατιστική αντιστοίχιση σχεδόν 21.000 ζευγών εργαζομένων σε 23 ευρωπαϊκές χώρες, εξέτασε πώς οι συνθήκες εργασίας συνδέονται με την πρόθεση ψήφου και ανέδειξε σαφή έμφυλη διαφοροποίηση.

Για τους άνδρες, η εργασία υπό υψηλή πίεση, με γρήγορους ρυθμούς και αυστηρές προθεσμίες, αύξησε την πιθανότητα ψήφου σε ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα από 14% σε 18%.