Η ψευδαίσθηση της ελεύθερης αγοράς και το ξεπούλημα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Ο Νόμος για τη Βιομηχανική Επιτάχυνση (Industrial Accelerator Act – IAA) θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αναστρέψει τη βιομηχανική της παρακμή. Ωστόσο, οι επικριτές του καταφεύγουν στα παρωχημένα επιχειρήματα υπέρ της ελεύθερης αγοράς (laissez-faire), τα οποία μας οδήγησαν εξαρχής στα σημερινά προβλήματα.
Ένα νέο έγγραφο πολιτικής από τη δεξαμενή σκέψης Bruegel προβάλλει τη γνώριμη επιχειρηματολογία: εγκατάλειψη του στόχου του 20% για τη μεταποίηση, κατάργηση των κανόνων για το ευρωπαϊκό περιεχόμενο, διευκόλυνση των κινεζικών επενδύσεων και τυφλή εμπιστοσύνη στις αγορές. Η Ευρώπη, όμως, ακολουθεί αυτήν ακριβώς τη γραμμή εδώ και τρεις δεκαετίες με ελάχιστη επιτυχία, γεγονός που έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση της βιομηχανικής βάσης, αυξανόμενες εξαρτήσεις και εύθραυστες αλυσίδες εφοδιασμού, σημειώνει το Social Europe.
Το κόστος των μπαταριών ιόντων λιθίου κατέρρευσε μέσα σε 15 χρόνια επειδή οι παραγωγοί στην Κίνα και την Κορέα έχτισαν κλίμακα, όχι λόγω κάποιου φυσικού πλεονεκτήματος. Οι απεριόριστες εισαγωγές απλώς εγκλωβίζουν τις υφιστάμενες ιεραρχίες.
Στην ηλιακή βιομηχανία, μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι τα ευρωπαϊκά φωτοβολταϊκά είναι 14,5% ακριβότερα σε όλη τη διάρκεια ζωής τους από τα κινεζικά, ποσοστό που θα μπορούσε να πέσει κάτω από το 10% με στοχευμένη στήριξη. Η πραγματική επιλογή δεν είναι μεταξύ φθηνής ή ακριβής ηλιακής ενέργειας, αλλά αφορά ένα περιορισμένο ασφάλιστρο που αγοράζει ανθεκτικότητα, θέσεις εργασίας και παραγωγική ικανότητα.
Η Ευρώπη πληρώνει ήδη βαρύ τίμημα για την έλλειψη στρατηγικής. Η γαλλική νεοφυής επιχείρηση Carbon εγκατέλειψε το σχέδιό της για ένα gigafactory φωτοβολταϊκών 3.000 θέσεων εργασίας στο Fos-sur-Mer λόγω έλλειψης κανονιστικής ορατότητας και εγγυήσεων.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι κανόνες ευρωπαϊκού περιεχομένου αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης, αλλά σε μια Ένωση με κεντρική τράπεζα και δημόσια τράπεζα επενδύσεων, το κόστος κεφαλαίου αποτελεί πολιτική επιλογή.
Η Ευρώπη διαθέτει αδρανή εργοστάσια και ένα ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα που ο Μάριο Ντράγκι τοποθετεί κοντά στα 800 δισεκατομμύρια ευρώ.
Όπως ανέδειξε η Μαριάνα Ματσουκάτο σε πρόσφατη έκθεσή της για την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC), μεταξύ των 300 μεγαλύτερων εισηγμένων μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών της Ευρώπης, οι καθαρές επενδύσεις μειώθηκαν από το 18,9% στο 7,4% των μεικτών κερδών μεταξύ 2000 και 2024.
Οι διαιρέσεις γύρω από αυτό το ζήτημα διαπερνούν τόσο την προστατευτική αριστερά όσο και τη δεξιά της ελεύθερης αγοράς.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή προτίμηση για τα οχήματα, αλλά εναντιώνονται σε αυτήν για τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, ενώ οι προμηθευτές έχουν την αντίθετη άποψη.
