Βρετανός πρώην διπλωμάτης: ρωσία και ιράν «παίζουν» τις ηπα και κερδίζουν

Βρετανός πρώην διπλωμάτης: ρωσία και ιράν «παίζουν» τις ηπα και κερδίζουν

Χρόνος ανάγνωσης: 2 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Ωστόσο, για τον πρώην διπλωμάτη του Ην. Βασιλείου που υπηρέτησε για χρόνια στην πρεσβεία στη Μόσχα, Ίαν Πράουντ, τίποτα από αυτά δεν είναι μαγεία.

Ο Πράουντ υπογραμμίζει ότι οι δύο χώρες έχουν προσαρμόσει τις οικονομίες τους επιδέξια.

Αυτή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα από το πετρέλαιο απέναντι σε σοβαρές προκλήσεις, όπως ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός, και έχει δημιουργήσει αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος για τη διαχείριση βραχυπρόθεσμων κραδασμών.

Προφανώς, η πιο πρόσφατη κίνηση των ΗΠΑ να επιβάλουν αντίστροφο αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, συμπεριλαμβανομένων κατασχέσεων ιρανικών πλοίων, αποτελεί προσπάθεια να περιοριστεί η πηγή εσόδων. Την ίδια στιγμή όμως οι Αμερικανοί δεν μπορούν να τραβήξουν πολύ το σχοινί, επιτρέποντας την πώληση ιρανικού πετρελαίου αίροντας κυρώσεις.

Οι Αμερικανοί έχουν ήδη δει τις τιμές να εκτοξεύονται από την έναρξη του πολέμου, με τις τιμές των καυσίμων να αυξάνονται κατά 30% μέσα σε έναν μήνα και άλλα βασικά αγαθά να κοστίζουν περισσότερο. Κάποιοι αμφισβητούν τον αντίκτυπο του πολέμου με το Ιράν για τους Ρεπουμπλικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Ούτε το Ιράν ούτε η Ρωσία αντιμετωπίζουν την ίδια δημοκρατική πίεση.

Όπως και με τη Ρωσία, ο Βρετανός διπλωμάτης υπογραμμίζει πως αν το Ιράν δεν κατέρρευσε πριν τον πόλεμο, όταν οι εξαγωγές και τα έσοδα πετρελαίου μειώνονταν, τότε δεν πρόκειται να το κάνει τώρα που η αγορά πετρελαίου το ευνοεί.

Επιπλέον, το Ιράν δεν αντιμετωπίζει την ίδια πίεση εξυπηρέτησης χρέους με την Αμερική, καθώς το επίσημο εξωτερικό του χρέος ανέρχεται μόλις στο 27% του ΑΕΠ, έχοντας αποκοπεί για τόσο μεγάλο διάστημα από το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αντίθετα, μπορεί να συνεχίσει να τυπώνει χρήμα, να δανείζεται από εγχώριες τράπεζες και να ζει με τις πληθωριστικές συνέπειες σε περίοδο πολέμου. Η οικονομία του Ιράν έχει απομονωθεί από την παγκόσμια οικονομία, πράγμα που σημαίνει ότι τυχόν νέες κυρώσεις θα έχουν περιορισμένο αντίκτυπο.