Εργασία και παραγωγικότητα: χωρίς ευκαιρίες κατάρτισης στη δουλειά ο ένας στους δύο εργαζόμενους

Εργασία και παραγωγικότητα: χωρίς ευκαιρίες κατάρτισης στη δουλειά ο ένας στους δύο εργαζόμενους

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Αν η Ευρώπη δεν αυξήσει επαρκώς την παραγωγικότητα της εργασίας, είναι καταδικασμένη να παρακολουθεί εξ αποστάσεως τις ΗΠΑ και την Κίνα να εξελίσσονται με ταχύτερους ρυθμούς. Αυτή είναι η μόνιμη επωδός των αναλύσεων για την ευρωπαϊκή οικονομία, από τις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα μέχρι την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας της Κομισιόν. Για την Ελλάδα τα πράγματα είναι δυο φορές πιο δύσκολα. Η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο κινείται περίπου στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργατοώρα είναι ακόμα χαμηλότερη, στο 43% της ΕΕ.

Όμως ενώ τα ευχολόγια και οι παραινέσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας περισσεύουν, όταν φτάνουμε στο δια ταύτα η κατάσταση αλλάζει.

Η πρόσφατη έρευνα του ΣΕΒ και του ΙΟΒΕ για την παραγωγικότητα στην Ελλάδα αναφέρει ρητά στις προτάσεις πολιτικής τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και δεξιότητες. Η αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling) και η επανακατάρτιση (reskilling),  θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ για να μπορέσουν οι Έλληνες εργαζόμενοι να αποδώσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.

Στην πράξη όμως, όπως απέδειξε πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, μόλις ο ένας στους τέσσερις εργαζόμενους  του ιδιωτικού τομέα παρακολούθησε κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης – επιμόρφωσης τους τελευταίους 12 μήνες. Όσο μικρότερη είναι μια επιχείρηση, τόσο λιγότερο υποστηρίζει έμπρακτα ή ενθαρρύνει την επαγγελματική κατάρτιση των εργαζομένων της. Αντίστοιχα όσο πιο χαμηλόμισθος είναι ένας εργαζόμενος, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να έχει παρακολουθήσει κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης.

Η δια βίου μάθηση και η επανεκπαίδευση των εργαζομένων και όσων αναζητούν εργασία ανάγεται σε αντικείμενο μέριμνας όχι μόνο της πολιτείας αλλά και των επιχειρήσεων. Οι έρευνες  για την αγορά εργασίας στην Ελλάδα, που εκπονούν συστηματικά οι εταιρείες ανθρώπινου δυναμικού, αναγνωρίζουν την ευθύνη των εργοδοτών να παρέχουν στους εργαζόμενους ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης και επιμόρφωσης. Όμως, το ποσοστό των εργοδοτών που δίνει έμφαση στην επαγγελματική εκπαίδευση του προσωπικού είναι μόλις 25%, έναντι 32% του παγκόσμιου μέσου όρου (έρευνα Manpower Group).

Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο καταρτισμένο είναι το εργατικό δυναμικό της. Εξαρτάται εξίσου από το αν οι χώροι εργασίας επιτρέπουν στους ανθρώπους να αξιοποιήσουν και να αναπτύξουν όσα ήδη γνωρίζουν. Αυτό ήταν το κεντρικό συμπέρασμα συνεδρίου του Cedefop, του ευρωπαϊκού οργανισμού για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, με τη συμμετοχή ερευνητών, φορέων χάραξης πολιτικής, εργοδοτών και συνδικάτων.

Σύμφωνα με προηγούμενη ανάλυση του οργανισμού, βασισμένη στην Ευρωπαϊκή Έρευνα για τις Δεξιότητες και τις Θέσεις Εργασίας, οι δεξιότητες που διαθέτει σήμερα το εργατικό δυναμικό της ΕΕ υπολείπονται κατά περίπου ένα πέμπτο από όσο θα χρειαζόταν για μέγιστη παραγωγικότητα.

Ταυτόχρονα, περίπου τέσσερις στους δέκα Ευρωπαίους εργαζόμενους δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δεξιότητές τους στη σημερινή τους δουλειά.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ακόμα πιο έντονο. Η έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ έδειξε ότι πάνω από τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους κάνουν δουλειά που έχει ελάχιστη σχέση με τις σπουδές τους, ποσοστό που ανεβαίνει πάνω από 60% για τους νέους ως 24 ετών. Επιπλέον, το 32% των εργαζομένων έχει υψηλότερα μορφωτικά προσόντα από αυτά που απαιτούνται για τη θέση εργασίας του, ποσοστό που ανεβαίνει στο 37% ανάμεσα στους πτυχιούχους.

Πρόκειται για την αποκαλούμενη κάθετη αναντιστοιχία δεξιοτήτων, η οποία στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ (20% και 21% στους πτυχιούχους).  Όσο για την οριζόντια αναντιστοιχία -όταν δηλαδή οι εργοδότες δεν βρίσκουν εργαζόμενους που έχουν τα κατάλληλα προσόντα για τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας- κινείται στο 25%, ελαφρώς χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ (26%).