Πρωταθλήτρια στις ιδιωτικές δαπάνες υγείας η ελλάδα - ουραγός στις δημόσιες
Κάποιοι άλλοι δείκτες όμως, που συνδέονται άμεσα με την ανθρώπινη ευημερία, διολισθαίνουν. Η αγοραστική δύναμη του μισθού και το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, έχουν υποχωρήσει στα επίπεδα της Βουλγαρίας. Μάλιστα το 2024, η Βουλγαρία μας ξεπέρασε στην αγοραστική δύναμη του μισθού, σε όρους δεδουλευμένου ωρομισθίου. Πιθανόν το 2026 η κατάσταση να αλλάξει, αφού οι βαλκάνιοι γείτονές μας, με την είσοδο στο Ευρώ, βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να κατρακυλάει.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο βάση εισοδήματος. Η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία πίεση από το ολοένα αυξανόμενο κόστος στέγασης, είναι παράγοντες που επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών, επισημαίνει το Ινστιτούτο.
Το 32% των πιο φτωχών έχει ακάλυπτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% των πιο πλούσιων -πηγή: ΙΟΒΕ (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση).
Από όλα τα παραπάνω, η υγεία είναι ίσως το πεδίο που οι ανισότητες εκφράζονται με τον πιο ωμό τρόπο, ακόμα και με όρους ζωής και θανάτου. Το χάσμα που χωρίζει το 20% των πιο φτωχών νοικοκυριών, από το 20% των πλουσιότερων, είναι αβυσσαλέο. Το ένα μηδενικό παραπάνω ή παρακάτω στον τραπεζικό λογαριασμό, μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο ποιος θα προλάβει να χειρουργηθεί εγκαίρως και ποιος όχι, ποιος θα μπορέσει να φτιάξει τα δόντια του και ποιος όχι, ποιος θα περιμένει ατέλειωτες ώρες στα επείγοντα και ποιος θα πληρώσει για ιδιωτικές δομές. Εκτός από το πορτοφόλι, οι γεωγραφικές, εκπαιδευτικές, οι έμφυλες και ηλικιακές ανισότητες η ύπαρξη ή μη αναπηρίας, μεταφράζονται άμεσα και έμμεσε σε υγειονομικές ανισότητες.
Οι δημόσιες δαπάνες υγείας παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ – στο 5,8% του ΑΕΠ έναντι 7,2%. Το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης των δημόσιων δαπανών έγινε την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Έκτοτε αυξάνονται με πολύ αργό ρυθμό για να καλύψουν τις απώλειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (που δεν παραθέτει το ΙΟΒΕ), οι δημόσιες δαπάνες υγείας στην Ελλάδα είναι οι δεύτερες χαμηλότερες στην Ευρώπη, ως ποσοστό συμμετοχής στο σύνολο των δαπανών. Ενώ στον μέσο όρο της ΕΕ το 80% των δαπανών υγείας προέρχεται από το κράτος και τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία, στην Ελλάδα το δημόσιο καλύπτει μόλις το 61%.
Εκτός του ότι το κράτος δίνει λιγότερα χρήματα για την υγεία, σε σύγκριση με την ΕΕ, προβληματική είναι η κατανομή της δαπάνης. Για παράδειγμα, υπάρχει πολύ υψηλή φαρμακευτική δαπάνη, ενώ πολύ χαμηλή δαπάνη για πρόληψη.
Στην Ελλάδα το 11,6% του πληθυσμού άνω των 16 αναφέρει μη εξυπηρετούμενες ανάγκες υγείας – έναντι 2,4% στην ΕΕ
Στην Ευρώπη μόνο το 2,4% του πληθυσμού, από 16 ετών και άνω, αναφέρει μη εξυπηρετούμενες ανάγκες για ιατρική εξέταση και περίθαλψη. Στην Ελλάδα το ποσοστό εκτοξεύεται στο 11,6%.
Αντίστοιχα το 11,5% στην Ελλάδα αναφέρει μη εξυπηρετούμενες ανάγκες οδοντιατρικής περίθαλψης έναντι 3,3% στην ΕΕ.
Η κακή υγεία και τα χρόνια νοσήματα πλήττουν περισσότερο τους φτωχούς. πηγή: ΙΟΒΕ
