Ο σι θέλει ισχυρό γουάν, αλλά η οικονομία το κρατάει χαμηλά
Παρά την επιθυμία του προέδρου της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, να προβάλλει μια εικόνα ισχύος και σταθερότητας, το κινεζικό νόμισμα εξακολουθεί να θεωρείται σημαντικά υποτιμημένο.
Σύμφωνα με τον Μαρκ Σόμπελ, πρώην ανώτερο αξιωματούχο του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών και ειδικό σε θέματα διεθνούς νομισματικής πολιτικής, η πραγματική αξία του γουάν βρίσκεται περίπου 20% έως 30% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: ενώ ο Σι δεν επιθυμεί ένα αδύναμο νόμισμα, η ίδια η δομή της κινεζικής οικονομίας διατηρεί το γουάν σε χαμηλή ισοτιμία, ενισχύοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών εξαγωγών.
Η εξήγηση βρίσκεται στο αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθεί η Κίνα εδώ και δεκαετίες, επισημαίνει σε άρθρο της η Wall Street Journal. Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας αντικατοπτρίζει τη διαφορά μεταξύ των αποταμιεύσεων και των επενδύσεών της.
Στην περίπτωση της Κίνας, το ποσοστό αποταμίευσης παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Αυτό οφείλεται αφενός στη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αφετέρου στην περιορισμένη κοινωνική προστασία. Τα κινεζικά νοικοκυριά εξακολουθούν να αποταμιεύουν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους για να καλύψουν μελλοντικές ανάγκες, όπως η υγειονομική περίθαλψη ή η συνταξιοδότηση, καθώς το άλλοτε ισχυρό κρατικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας έχει αποδυναμωθεί σημαντικά.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία με υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και σχετικά ασθενή εσωτερική κατανάλωση. Η κρίση στην αγορά ακινήτων, η χαμηλή εμπιστοσύνη των καταναλωτών και ο σχεδόν μηδενικός πληθωρισμός περιορίζουν τη ζήτηση στο εσωτερικό της χώρας. Έτσι, η πλεονάζουσα παραγωγή διοχετεύεται αναγκαστικά στις διεθνείς αγορές μέσω των εξαγωγών.
Εφαρμόζοντας το μοντέλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την αξιολόγηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο Σόμπελ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το γουάν παραμένει υποτιμημένο κατά 20%-30%. Αν και το κινεζικό νόμισμα έχει ενισχυθεί ελαφρώς μέσα στον τελευταίο χρόνο, η πραγματική του αξία, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό, εξακολουθεί να είναι περίπου 15% χαμηλότερη σε σχέση με το 2022.
Η πρόσφατη μικρή ανατίμηση του γουάν αποδίδεται σε διάφορους παράγοντες. Το υψηλό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η αποδυνάμωση του αμερικανικού δολαρίου και η μετατροπή σε γουάν συναλλαγματικών εσόδων από τους Κινέζους εξαγωγείς συνέβαλαν στην ενίσχυση του νομίσματος. Όταν οι επιχειρήσεις διαπίστωσαν ότι το Πεκίνο δεν αντιδρούσε αρνητικά στην άνοδο του γουάν, άρχισαν να μετατρέπουν περισσότερα δολάρια σε εγχώριο νόμισμα, ενισχύοντας περαιτέρω την ισοτιμία. Ωστόσο, παραμένει αντικείμενο συζήτησης το κατά πόσο οι κρατικές τράπεζες της Κίνας παρεμβαίνουν διακριτικά στην αγορά συναλλάγματος για να ελέγχουν τον ρυθμό αυτής της ανατίμησης.
Τελικά, η αποκλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων και η σταδιακή σταθεροποίηση της ισοτιμίας επέτρεψαν στο Πεκίνο να αποφύγει μια δύσκολη επιλογή. Οι εκτιμήσεις του Σόμπελ είναι ότι η Κίνα θα συνεχίσει να επιτρέπει μια πολύ αργή και ελεγχόμενη ανατίμηση του γουάν, χωρίς όμως να μεταβάλει το βασικό αναπτυξιακό της μοντέλο.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της Wall Street Journal είναι ότι η σχετικά χαμηλή αξία του γουάν δεν αποτελεί κάποιο προσωρινό πρόβλημα της κινεζικής οικονομίας, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο του τρόπου λειτουργίας της. Το υψηλό επίπεδο αποταμιεύσεων, οι κρατικά κατευθυνόμενες επενδύσεις και η εξάρτηση από τις εξαγωγές διατηρούν το νόμισμα σε σχετικά χαμηλή πραγματική αξία. Παρά την προσωπική προτίμηση του Σι Τζινπίνγκ για ένα ισχυρότερο νόμισμα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο που συντηρεί αυτή την κατάσταση. Ως αποτέλεσμα, η Κίνα αναμένεται να συνεχίσει να στηρίζει την ανάπτυξή της στις εξαγωγές, διατηρώντας παράλληλα τις εμπορικές τριβές με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
