Στα 40 τρισ. δολάρια το χρέος των ηπα - δεν τρομάζει ακόμη τις αγορές
Στα 40 τρισ. δολάρια έχει πλέον φτάσει το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ, χωρίς ωστόσο το μέγεθος αυτό να έχει μέχρι στιγμής προκαλέσει την αναταραχή που πολλοί επενδυτές προέβλεπαν πριν από μία δεκαετία.
Όπως επισημαίνει η Morgan Stanley, το ερώτημα για τις αγορές δεν είναι πλέον μόνο εάν η συσσώρευση χρέους θα επιβαρύνει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και εάν θα αλλάξει τελικά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το κεφάλαιο μεταξύ των αγορών.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, το δημόσιο χρέος αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των επενδυτών, ειδικά μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009 και την πρωτοφανή δημοσιονομική και νομισματική στήριξη που χρειάστηκε για την αντιμετώπισή της. Οι προειδοποιήσεις τότε ήταν ότι το υψηλό χρέος θα οδηγούσε σε χαμηλότερη ανάπτυξη και παρατεταμένη λιτότητα. Αυτό το σενάριο, όμως, δεν επιβεβαιώθηκε.
Η παγκόσμια ανάπτυξη παρέμεινε ανθεκτική, οι επενδύσεις αυξήθηκαν και οι μετοχές και τα νομίσματα των ανεπτυγμένων αγορών σημείωσαν ισχυρές επιδόσεις. Την ίδια ώρα, το χρέος συνέχισε να αυξάνεται. Μέσα σε μόλις δέκα χρόνια οι ΗΠΑ πρόσθεσαν περίπου 20 τρισ. δολάρια στο ομοσπονδιακό τους χρέος, ποσό αντίστοιχο με αυτό που είχαν συσσωρεύσει στα προηγούμενα 240 χρόνια.
Η σύγκριση του δημόσιου χρέους με το μέγεθος της οικονομίας προσφέρει πιο ουσιαστική εικόνα, αλλά δεν αλλάζει τη βασική τάση. Οι λόγοι χρέους προς ΑΕΠ έχουν αυξηθεί σε πολλές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, ενώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα αναμένεται να παραμείνουν υψηλά, με εξαίρεση κυρίως τη Βρετανία.
Ωστόσο, η Morgan Stanley επισημαίνει έναν κρίσιμο παράγοντα. Τα οικονομικά του ιδιωτικού τομέα έχουν κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις, η αύξηση του δημόσιου χρέους έχει συνοδευτεί από βελτίωση των ισολογισμών επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Στις ΗΠΑ, το εταιρικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει περίπου στα ίδια επίπεδα με πριν από μία δεκαετία και χαμηλότερα από τα επίπεδα αμέσως μετά την πανδημία.
Οι επιχειρηματικές εκδόσεις χρέους αυξάνονται, κυρίως λόγω της εκρηκτικής ανόδου των επενδύσεων στην τεχνολογία και της ανάκαμψης των εξαγορών και συγχωνεύσεων. Οι αναλυτές πιστώσεων της Morgan Stanley αναμένουν νέα ρεκόρ εκδόσεων φέτος, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να καταγράφεται σημαντική διεύρυνση των credit spreads. Αυτό δείχνει ότι οι αγορές μπορούν ακόμη να απορροφήσουν την αυξημένη προσφορά.
Αντίστοιχα, σχετικά ανθεκτικά εμφανίζονται και τα αμερικανικά νοικοκυριά. Το χρέος τους αντιστοιχεί περίπου στο 67% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 70% το 2000 και 74% το 2019.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη, η αύξηση του δημόσιου χρέους έχει σε γενικές γραμμές συνοδευτεί από απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα, ενώ στην Ιαπωνία η αύξηση του δημόσιου δανεισμού έχει συνδυαστεί με σχετικά σταθερή μόχλευση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Σε έναν βαθμό, η εξέλιξη αυτή αντανακλά και πολιτικές επιλογές. Οι κυβερνήσεις αποφασίζουν πώς θα ισορροπήσουν μεταξύ φορολογίας και δαπανών και αρκετές χώρες έχουν μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές την τελευταία δεκαετία, επιτρέποντας παράλληλα την αύξηση του δημόσιου δανεισμού. Επομένως, η επιδείνωση των δημόσιων ισολογισμών σε σχέση με τους ιδιωτικούς δεν αποτελεί έκπληξη.
