Σταδιακή κατάργηση τεκμηρίων για συνεπείς φορολογούμενους
Μειώσεις φόρων και εισφορών, σταδιακή κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος για τους συνεπείς και χαμηλότερη προκαταβολή φόρου συνθέτουν το πακέτο παρεμβάσεων που επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο για επαγγελματίες και επιχειρήσεις, με τις πρώτες αλλαγές να ενεργοποιούνται από το 2027 και τις υπόλοιπες να ξεδιπλώνονται σταδιακά σε βάθος τετραετίας.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι από το 2027 σχεδιάζονται διορθώσεις στις παραμέτρους που προσδιορίζουν το τελικό τεκμαρτό εισόδημα. Μία από τις παρεμβάσεις που εξετάζονται είναι η μείωση της επιβάρυνσης για επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις που εμφανίζουν υψηλό βαθμό φορολογικής συμμόρφωσης. Στο νέο μοντέλο θα μπορούσε να μετρά θετικά η πλήρης συμμόρφωση με το myDATA, τα POS, τα ψηφιακά δελτία αποστολής, τα ηλεκτρονικά τιμολόγια και τις ρυθμίσεις οφειλών, εφόσον η φορολογική διοίκηση έχει πλήρη εικόνα των εσόδων και των εξόδων της επιχείρησης.
Παράλληλα, στο μικροσκόπιο βρίσκονται κριτήρια τα οποία σήμερα μπορούν να φουσκώσουν το τεκμαρτό εισόδημα. Μεταξύ αυτών είναι ο υψηλότερος τζίρος μιας επιχείρησης σε σχέση με τον μέσο όρο του κλάδου αλλά και το ύψος της μισθοδοσίας, παράμετροι που μπορεί να οδηγούν σε μεγαλύτερο φορολογικό λογαριασμό ακόμη και για επιχειρήσεις με αυξημένη δραστηριότητα και συνέπεια. Για τους επαγγελματίες εξετάζεται μείωση της προκαταβολής φόρου από το 55% που είναι σήμερα, στο 50% ή ακόμη χαμηλότερα.
Ιδιαίτερα ενισχυμένο είναι και το πακέτο για τις επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα που θα περιλαμβάνει:
• Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα. Σήμερα η επιβάρυνση κυμαίνεται από 400 έως 1.000 ευρώ ετησίως ανά επιχείρηση, ενώ φθάνει έως τα 600 ευρώ για κάθε υποκατάστημα.
• Μείωση της προκαταβολής φόρου των επιχειρήσεων. Ο συντελεστής 80%, εξετάζεται να υποχωρήσει στα επίπεδα του 60%, με ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αποκλιμάκωσης μέσα στην τετραετία.
• Μεταφορά των φορολογικών ζημιών προς συμψηφισμό σε βάθος δεκαετίας, αντί της πενταετίας που ισχύει σήμερα.
• Διατήρηση της στρόφιγγας της φθηνής χρηματοδότησης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με προνομιακά δάνεια έως 5 δισ. ευρώ μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, ώστε να συνεχιστεί η πρόσβαση σε κεφάλαια και μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης.
