Ευρωζώνη: η δυναμική της οικονομίας την τρέχουσα δεκαετία
Μια ευρύτερη μετατόπιση προς ένα πιο ισορροπημένο και ανθεκτικό αναπτυξιακό πρότυπο αποτυπώνεται στη βελτιωμένη επίδοση των οικονομιών της Νότιας Ευρώπης, ωστόσο η διατηρησιμότητα της τάσης αυτής είναι συνάρτηση και άλλων εξωγενών και ενδογενών παραγόντων. Αυτό επισημαίνει η Alpha Bank σε ανάλυσή της, προειδοποιώντας πως παρά τη θετική συγκυρία, η αναπτυξιακή δυναμική των χωρών αυτών ενέχει και σημαντικούς κινδύνους.
Σύμφωνα με τους αναλυτές της Alpha Bank, kατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, οι οικονομίες των χωρών της Νότιας Ευρώπης πέτυχαν μια αξιοσημείωτη αναστροφή της πορείας τους μετά από τις βαθιές ανισορροπίες της κρίσης χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, κινούμενες προς συνθήκες ενίσχυσης της ανάπτυξης και σύγκλισης έναντι των οικονομιών του Βορρά. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως:
Αντιθέτως, οι οικονομίες του Βορρά επηρεάζονται δυσμενώς από τη χαμηλή δυναμική του διεθνούς εμπορίου, την επιβράδυνση της μεταποίησης και το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Ωστόσο, η θετική πορεία του Νότου δεν είναι απαλλαγμένη κινδύνων, καθώς παραμένει ευάλωτη σε δημοσιονομικές πιέσεις, εξωτερικά σοκ και τη γενικότερη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η μέχρι σήμερα ανάπτυξη έχει στηριχθεί κυρίως στην άνοδο της απασχόλησης και όχι τόσο στην αύξηση της παραγωγικότητας, γεγονός που ενδέχεται να περιορίσει τη διατηρησιμότητα της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, ενώ η σταδιακή ολοκλήρωση της απορρόφησης πόρων του Next Generation EU δημιουργεί νέες προκλήσεις.
Στη μεταπανδημική εποχή, η Ευρωζώνη χαρακτηρίζεται από αυξημένη ετερογένεια ως προς την οικονομική επίδοση των κρατών-μελών, αντανακλώντας αλλαγές τόσο στο διεθνές περιβάλλον, όσο και στις επιμέρους οικονομίες.
Ειδικότερα, οι οικονομίες των χωρών της Νότιας Ευρώπης καταγράφουν ενισχυμένους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, βελτίωση των δεικτών απασχόλησης και θετική δυναμική ως προς την απορρόφηση των επενδύσεων.
Η τάση αυτή αποτυπώνεται και σε συγκριτικά στοιχεία του ΑΕΠ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ισπανίας, η οποία το 2025 σημείωσε σημαντικά υψηλότερη ανάπτυξη (2,8%) σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,5%) και υπερέβη επιδόσεις μεγαλύτερων οικονομιών του πυρήνα, όπως η Γερμανία (0,2%) και η Γαλλία (0,8%).
Παράλληλα, η σταδιακή σύγκλιση στους δείκτες πιστοληπτικής αξιολόγησης και στο κόστος δανεισμού αντανακλά τη βελτίωση των μακροοικονομικών θεμελιωδών μεγεθών του Νότου, αλλά και τις αυξανόμενες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν ορισμένες οικονομίες του Βορρά.
Συνολικά, διαμορφώνεται μια εικόνα μερικής αναστροφής των παραδοσιακών ανισορροπιών εντός της Ευρωζώνης, χωρίς ωστόσο να έχει παγιωθεί ως δομική μεταβολή.
