Φυσικό αέριο: πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι τιμές

Φυσικό αέριο: πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι τιμές

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Ενώ η προσοχή στρέφεται στο γεγονός ότι η τιμή του αργού πετρελαίου ξεπέρασε το συμβολικό όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι, οι τιμές του φυσικού αερίου αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό και διαμορφώνονται σε επίπεδα αντίστοιχα με την τιμή πετρελαίου των 150 δολαρίων ανά βαρέλι.

Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη, λένε οι Financial Times.  Οι αναλυτές εξέφραζαν επί μήνες την ανησυχία τους για τα χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Προειδοποιούσαν ότι τα αποθέματα αυτά πρέπει να αυξηθούν ώστε η Ευρώπη να είναι προετοιμασμένη για τη χειμερινή περίοδο και για να διασφαλίσει τον εφοδιασμό της καλείται να ανταγωνιστεί άμεσα τους αγοραστές από την Ασία.

Ωστόσο, οι προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν. Οι τιμές μελλοντικής παράδοσης (forward prices) για το φυσικό αέριο αυτόν τον χειμώνα παρέμειναν σταθερές, χωρίς ουσιαστική μεταβολή σε σχέση με τις τιμές του καλοκαιριού. Συνεπώς, δεν υπήρχε κίνητρο για τους εμπόρους να αγοράσουν φυσικό αέριο και να επωμιστούν το κόστος αποθήκευσης για μήνες, εν αναμονή του χειμώνα. Οι κυβερνήσεις επιδίωκαν να διατηρήσουν κλίμα ηρεμίας.

Τι άλλαξε, λοιπόν; Πλησιάζοντας στον χειμώνα άρχισε να ανηχσυχεί έντονα η κοινή γνώμη. Το σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι εμπεδώνεται η συνειδητοποίηση πως δεν υπάρχει προφανής λύση για το εμπόριο υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μέσω των Στενών του Ορμούζ και ότι ένας ενδεχόμενος αποκλεισμός θα μπορούσε να διαρκέσει επ’ αόριστον. Επιπλέον, οι προοπτικές για το LNG φαντάζουν πιο δυσοίωνες σε σχέση με εκείνες του πετρελαίου. Η αντίληψη της αγοράς έχει μετατοπιστεί: από την προσδοκία επιστροφής στην κανονικότητα, η προσοχή στρέφεται πλέον στην ανησυχία για μια παρατεταμένη διακοπή της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Από όλα τα εμπορεύματα που επηρεάστηκαν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) είναι ένα από αυτά που έχουν πληγεί περισσότερο. Μόνο λιγότερο από το 10% της προπολεμικής κίνησης καταφέρνει να περνά από τα Στενά. Το τεράστιο μέγεθος των πλοίων μεταφοράς LNG, η αξία των φορτίων τους και οι συνέπειες ενός πλήγματος ενέχουν υπερβολικά υψηλό ρίσκο.

Διαφορτετική είναι η κατάταση με το πετρέλαιο. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επέδειξε αποφασιστικότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια του Αυγούστου, να επαναφέρει το πετρέλαιο στην αγορά. Αν και ο ακριβής όγκος των ροών αργού πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή παραμένει αδιευκρίνιστος, οι ροές έχουν αυξηθεί σημαντικά, προφανώς χάρη στις επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης και τη συνοδεία από αμερικανικά πλοία. Άλλωστε, είναι προς το συμφέρον του Τραμπ να απελευθερώσει αυτές τις ποσότητες πετρελαίου, καθώς επιδιώκει να συγκρατήσει τις τιμές της βενζίνης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, η διοχέτευση του LNG της Μέσης Ανατολής στην αγορά δεν αποτελεί προτεραιότητα για τις ΗΠΑ, καθώς αυτό θα ανταγωνιζόταν άμεσα τις δικές τους εξαγωγές.

Μάλιστα, η απουσία του LNG της Μέσης Ανατολής αυτό το καλοκαίρι ενδέχεται να απέτρεψε μια κατάρρευση των τιμών, δεδομένου ότι οι αμερικανικές εξαγωγές LNG φτάνουν σε ολοένα υψηλότερα επίπεδα και αναζητούν αγορές διάθεσης. Έτσι είναι απίθανο οι υψηλές διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου να επηρεάσουν άμεσα τους Αμερικανούς καταναλωτές. Οι τιμές του φυσικού αερίου στις ΗΠΑ παραμένουν κάτω από τα 4 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες (MMBtu), ποσό που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το ένα πέμπτο της διεθνούς τιμής του LNG.

Πιο απλά, οι ΗΠΑ είναι εκτεθειμένες σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας πετρελαίου, αλλά όχι σε αντίστοιχες διαταραχές για το LNG.

Επομένως, εάν το LNG παραμείνει εκτός αγοράς, πόσο μπορεί να αυξηθούν οι τιμές; Οι τρέχουσες τιμές κυμαίνονται γύρω στα 25 δολάρια ανά MMBtu, ενώ υπάρχουν αναφορές για συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options) αγοράς LNG σε τιμές άνω των 30 δολαρίων ανά MMBtu. Πρόκειται για επίπεδα υψηλά και επώδυνα, που δείχνουν ότι τα νοικοκυριά και οι βιομηχανίες θα επιβαρυνθούν με αυξημένους λογαριασμούς. Ωστόσο, απέχουν πολύ από τα επίπεδα των 50 έως 75 δολαρίων ανά MMBtu που καταγράφηκαν κατά την κρίση του 2022.