Αυξάνονται με ρυθμό 10% τα βιολογικά φάρμακα την τελευταία 12ετία
Πάνω από τo 40% της φαρμακευτικής δαπάνης στην Ευρώπη αφορά πλέον βιολογικές θεραπείες, έναντι ποσοστού 28% μια δωδεκαετία νωρίτερα, το 2014.
Αιτία είναι το γεγονός ότι οι βιολογικοί παράγοντες μεταμόρφωσαν κυριολεκτικά τη διαχείριση χρονίων και δύσκολων ασθενειών την τελευταία 20ετία, στοχεύοντας συχνά στην αιτία νόσων όπως ο διαβήτης, τα αυτοάνοσα νοσήματα και ο καρκίνος.
Όμως το κόστος των φαρμάκων αυτών είναι αυξημένο λόγω πολύπλοκων διαδικασιών ανάπτυξης και παραγωγής, με αποτέλεσμα να ασκεί σοβαρές πιέσεις στα συστήματα υγείας της Ευρώπης, καθώς ο ρυθμός ανάπτυξής τους κινείται σε ετήσια βάση στο 10%, έναντι 4% των χημικών (μη βιολογικών) φαρμάκων.
Χαρακτηριστικά, η εξοικονόμηση στα συστήματα υγείας της Ευρώπης ως τον Ιούλιο του 2025, έφτασε τα 75 δις. ευρώ, με τα 64 δις. ευρώ να αφορούν τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και τα υπόλοιπα 11 δις. ευρώ τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σε συνολική δαπάνη 253 δις. ευρώ το 2025, το 57% αφορούσε φάρμακα μικρών μορίων, το 39% πρωτότυπους βιολογικούς παράγοντες και το 5% βιοομοειδή.
Οι ασθενείς βασίζονται στην απρόσκοπτη συνέχιση της περίθαλψής τους και στην ισότιμη πρόσβαση σε βασικά φάρμακα.
Τα δεδομένα αυτά παραθέτει πρόσφατη μελέτη της εταιρείας μελετών IQVIA, με θέμα τη συμβολή των βιοομοειδών στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας της Ευρώπης, στην οποία επισημαίνεται ότι η στρατηγική σημασία των βιοομοειδών θα ενταθεί την ερχόμενη δεκαετία, καθώς κατά τα έτη 2025-2032, αναμένεται να χαθεί η αποκλειστικότητα σε 24 σημαντικούς βιολογικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται ευρέως για την αντιμετώπιση σοβαρών παθήσεων, όπως ο καρκίνος, οι μεταβολικές παθήσεις και ανοσοθεραπείες.
Την ίδια στιγμή η κλινική εμπιστοσύνη στα βιοομοειδή εδραιώνεται, παρά τις καθυστερήσεις στην ενημέρωση των κλινικών κατευθυντήριων οδηγιών, ενώ παραμένουν και διαφοροποιήσεις στην τιμολόγηση και προμήθεια των βιολογικών παραγόντων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν και διαφορές στις εξοικονομήσεις πόρων ανά χώρα, ξεχωριστά.
Από το 2006, έχουν εγκριθεί βιοομοειδή που αντιστοιχούν σε 26 βιολογικά μόρια, και 98 βιοομοειδή από 42 βιοφαρμακευτικές είχαν εγκριθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων – ΕΜΑ.
Οι προβλεπόμενες εξοικονομήσεις και το όφελος πρόσβασης των ασθενών, όμως, επισημαίνει η έκθεση, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση της βιωσιμότητας της αγοράς βιοομοειδών στην Ευρώπη. Χωρίς ένα υποστηρικτικό και πολιτικό περιβάλλον που βασίζεται στην αγορά, υπάρχει ο κίνδυνος καθυστερήσεων στις κυκλοφορίες, μειωμένης συμμετοχής των παρασκευαστών ή ενοποίηση της αγοράς, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει τα μακροπρόθεσμα οφέλη του ανταγωνισμού μεταξύ βιοομοειδών.
Μια βιώσιμη αγορά βιοομοειδών θα πρέπει να δημιουργήσει βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αξία για όλους τους εταίρους του συστήματος υγείας, δίνοντας τη δυνατότητα ανάπτυξης, ταχύτερης πρόσβασης των ασθενών, διασφαλίζοντας τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα μέσω των προσιτών τιμών.
