Αυξήθηκε 11% το διεθνές εμπόριο γαλακτοκομικών - το τυρί παραμένει η «ατμομηχανή» του κλάδου
Μέχρι το 2025, το παγκόσμιο εμπόριο τυριού σημείωσε εντυπωσιακή αύξηση 40% σε σύγκριση με το 2017
Ο ρυθμός επέκτασης του εμπορίου γαλακτοκομικών παγκοσμίως έφτασε την παραπάνω περίοδο έναν σταθερό ρυθμό της τάξεως του 2% ετησίως, χωρίς να λείπουν και περιστασιακές διαταραχές, όπως η μείωση κατά 4% στην παραγωγή γάλακτος από τη Νέα Ζηλανδία το 2022, η οποία επηρέασε το παγκόσμιο εμπόριο και τις τιμές.
Πάντως, η ανάπτυξη επανήλθε στο 2%, ενώ η ασθενής απόδοση του 2024 αντισταθμίστηκε από μια ισχυρότερη αύξηση της τάξεως του 5% το 2025.
Το προβάδισμα στις εξαγωγές σε γαλακτοκομικά παγκοσμίως διατηρεί ακόμη η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες υπολογίζονται σε 27,5 δισεκατομμύρια κιλά LME το 2025, όπως αναφέρει η Rabobank – από τον υπολογισμό εξαιρείται το ενδοενωσιακό εμπόριο.
Σε αριθμούς τα στοιχεία αυτά μεταφράζονται σε ένα μερίδιο 27% στις παγκόσμιες εξαγωγές. Ωστόσο, το προβάδιμα αυτό αντιμετωπίζει μια ελαφριά συρρίκνωση, καθόσον το 2017 η ΕΕ κατείχε ένα ποσοστό κοντά στο 30%.
Την ίδια ώρα, η Νέα Ζηλανδία αποτελεί τον μεγαλύτερο μεμονωμένο εξαγωγέα, κατέχοντας μερίδιο αγοράς 22%. Παράλληλα, σε άνοδο βρίσκονται οι ΗΠΑ, αφού το μερίδιό τους στον όγκο εξαγωγών αυξήθηκε από 11,3% το 2017 σε 13,5% το 2025.
Οι μικρότεροι παίκτες κερδίζουν επίσης έδαφος. Η Αργεντινή και η Ουρουγουάη μαζί αντιπροσωπεύουν πλέον το 4,3% των παγκόσμιων εξαγωγών, μια αξιοσημείωτη αύξηση από το 3,0% πριν από οκτώ χρόνια.
Έτσι, η παγκόσμια αγορά γίνεται πιο ανταγωνιστική: Η ΕΕ ηγείται μεν, αλλά όχι με τον ίδιο ρυθμό όπως τα προηγούμενα χρόνια.
Από την πλευρά της ζήτησης, η Κίνα παραμένει ο σημαντικότερος εισαγωγέας, με 11,7 δισεκατομμύρια κιλά LME να εισέρχονται συνολικά στην Κίνα, το Χονγκ Κονγκ και το Μακάο. Ωστόσο, η ιστορία πίσω από τους αριθμούς αλλάζει. Από την κορύφωσή τους το 2021, οι κινεζικές εισαγωγές ακολουθούν σταθερή πτωτική τάση.
Η μείωση είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή σε βασικές κατηγορίες όπως το υγρό γάλα, η κρέμα γάλακτος και το γάλα σε σκόνη (τόσο το πλήρες όσο και το αποβουτυρωμένο), όπου οι εισαγωγές έχουν μειωθεί στο μισό τα τελευταία τέσσερα χρόνια λόγω της ισχυρότερης εγχώριας παραγωγής και της ασθενέστερης ζήτησης.
